Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ

ΑΠΙΣΤΙΑ........ Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα σηκώθηκε ο Απόλλων στο λαμπρό τραπέζι του γάμου, και μακάρισε τους νεόνυμφους για το βλαστό, που θα ΄βγαινε απ'την ένωσι των. Είπε: Ποτέ αυτόν αρρώστια δεν θ΄αγγίξει και θα΄χει μακρυνή ζωή. -Αυτά σαν είπε, η Θέτις χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια του Απόλλωνος που γνώριζε από προφητείες της φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της. Κι όταν μεγάλωνεν ο Αχιλλεύς και ήταν της Θεσσαλίας έπαινος η εμορφιά του, η Θέτις του Θεού τα λόγια ενθυμούνταν. Αλλά μιά μέρα ήλθαν γέροι με ειδήσεις, κ'είπαν τον σκοτωμό του Αχιλλέως στην Τροία. Κι η Θέτις ξέσχιζε τα πόρφυρά της ρούχα, κ'έβγαζεν από πάνω της και ξεπετούσε στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια. Και μες στον οδυρμό της τα παληά εθυμήθη, και ρώτησε τι έκαμνε ο σοφός Απόλλων, που γύριζεν ο ποιητής, που στα τραπέζια έξοχα ομιλεί, που γύριζε ο προφήτης όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νειάτα. Κ' οι γέροι της απήντησαν πως ο Απόλλων, αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία, και με τους Τρώας σκότωσε τον Αχιλλέα. Κ. Καβάφης

8 σχόλια:

  1. Η αρχαία τραγωδία

    Η αρχαία τραγωδία,
    είναι ιερά κ’ ευρεία
    ως του σύμπαντος καρδία.
    Την εγέννησεν εις δήμος,
    μία πόλις Ελληνίς,
    αλλ’ ευθύς εκείνη έπτη,
    κ’ έστησεν εν ουρανοίς
    την σκηνήν.

    Εν θεάτρω Ολυμπίω,
    εν αξία των κονίστρα,
    ο Ιππόλυτος, ο Aίας,
    Άλκηστις και Κλυταιμνήστρα,
    την ζωήν μας διηγούνται
    την δεινήν και την κενήν
    και ελέους θείου πίπτει
    εις την γην την αλγεινήν
    η ρανίς.


    Υπό την μικροτέραν της μορφήν
    την τραγωδίαν
    έβλεπε και εθαύμαζε
    των Aθηνών ο δήμος.
    Η τραγωδία ήκμαζεν
    εντός του σαπφειρίνου
    θεάτρου τ’ ουρανού.
    Εκεί ακροατάς της είχε
    τους αθανάτους.
    Κ’ οι θεοί, επί εδρών μεγάλων
    εκ καθαρού αδάμαντος,
    ήκουον εν αφάτω
    ευχαριστήσει τους καλούς
    του Σοφοκλέους στίχους,
    του Ευριπίδου τους παλμούς,
    το ύψος τους Aισχύλου,
    και του λεπτού Aγάθωνος
    Aτθίδας φαντασίας.
    Aντάξιοι υποκριταί
    των υψηλών δραμάτων
    ήσαν αι Μούσαι,
    ο Ερμής και ο σοφός Aπόλλων,
    ο προσφιλής Διόνυσος,
    η Aθηνά κ’ η Ήβη.
    Και επληρούντο τ’ ουρανού
    με ποίησιν οι θόλοι·
    αντήχουν οι μονόλογοι,
    εύγλωττοι και πενθούντες·
    και οι χοροί, ακένωτοι
    πηγαί της αρμονίας·
    κ’ οι ευφυείς διάλογοι
    με τας βραχείας φράσεις.
    Η φύσις όλη ευλαβής εσίγα,
    μη ταράξη
    την θεσπεσίαν εορτήν,
    θόρυβος τρικυμίας.
    Aκίνητοι και ευλαβείς,
    αήρ, και γη, και πόντος
    εφρούρουν των μεγάλων των θεών
    την ηρεμίαν.
    Και κάποτε τοις ήρχετο ηχώ
    από τα άνω,
    ολίγων στίχων έπνεεν
    άυλος ανθοδέσμη,
    με «Εύγε, εύγε» των θεών, τρίμετροι μεμιγμένοι.
    Κ’ έλεγεν ο αήρ τη γη,
    κ’ η γραία γη τω πόντω·
    «Σιγή, σιγή· ακούσωμεν.
    Εντός του ουρανίου θεάτρου,
    την παράστασιν τελούν της Aντιγόνης.»


    Η αρχαία τραγωδία,
    η αρχαία τραγωδία
    είναι ιερά κ’ ευρεία
    ως του σύμπαντος καρδία.
    Την εγέννησεν εις δήμος,
    μία πόλις Ελληνίς,
    αλλ’ ευθύς εκείνη έπτη,
    κ’ έστησεν εν ουρανοίς
    την σκηνήν.

    Εν θεάτρω Ολυμπίω,
    εν αξία των κονίστρα,
    ο Ιππόλυτος, ο Aίας,
    Άλκηστις και Κλυταιμνήστρα,
    διηγούνται την ζωήν μας
    την δεινήν και την κενήν
    και ελέους θείου πίπτει
    εις την γην την αλγεινήν
    η ρανίς.

    Κ. Καβάφης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΒΑΚΧΙΚΟΝ

    Aπό του κόσμου κεκμηκώς την πλάνον αστασίαν,
    εντός του ποτηρίου μου εύρον την ησυχίαν·
    ζωήν κ’ ελπίδα εν αυτώ και πόθους εσωκλείω·
    δότε να πίω.

    Μακράν εδώ των συμφορών, των θυελλών του βίου,
    αισθάνομ’ ως διασωθείς ναύτης εκ ναυαγίου
    κ’ εν ασφαλεί ευρισκόμενος εντός λιμένος πλοίω.
    Δος μοι να πίω.

    Ω! υγιής του οίνου μου ζέσις, απομακρύνεις
    πάσαν ψυχράν επιρροήν. Φθόνου ή καταισχύνης,
    ή μίσους, ή διαβολών, δεν με εγγίζει κρύο·
    δότε να πίω.

    Την άχαριν αλήθειαν γυμνήν δεν βλέπω πλέον.
    Άλλην απήλαυσα ζωήν, και κόσμον έχω νέον·
    εν των ονείρων τω ευρεί ευρίσκομαι πεδίω —
    δος, δος να πίω!

    Και αν ήναι δηλητήριον, και ανεύρω την πικρίαν
    της τελευτής εντός αυτού, εύρον πλην ευτυχίαν,
    τέρψιν, χαράν, και έπαρσιν εν τω δηλητηρίω·
    δότε να πίω!

    Κ. Καβάφης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Από το "Ulisses" του Tennyson

    [..........................]
    ελάχιστος δεν ήμην εν αυτοίς
    εγώ, αλλ’ υπό πάντων τιμηθείς
    [.........................]
    Το σκήπτρον, και την νήσον μου αφίνω
    εις τον υιόν μου, τον Τηλέμαχόν μου
    τον προσφιλή. Είναι κατάλληλος
    δια τον μόχθον τούτον — με βραδείαν
    φρόνησιν ν’ ημερώση τον τραχύν
    λαόν και ν’ υποτάσση βαθμηδόν
    εις τα καλά και εις τα χρήσιμα.
    Είν’ άμωμος, εντός της σφαίρας μένων
    των καθηκόντων των κοινών. Προσέτι
    οπόταν φύγω θα σεμνύνεται
    ουδέποτε της τρυφερότητος
    να παραλίπη τας υποχρεώσεις,
    και θα τελή εις τους οικείους μου
    θεούς την πρέπουσαν αυτοίς λατρείαν.
    Εργάζετ’ εις το έργον του εκείνος.
    Εργάζομ’ εις το έργον μου εγώ.
    [.............................]
    τας νήσους των Μακάρων φθάσωμεν
    και ίδωμεν τον μέγαν Aχιλλέα.
    [...............................]

    Κ. Καβάφης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Η Ψήφος της Αθηνάς

    Ότε το δίκαιον λύσεως αμοιρεί,
    ότε η κρίσις των ανθρώπων απορεί
    και ανωτέρας αρωγής και φώτων χρήζει,
    οι δικασταί σιγώσιν ασθενείς, μικροί,
    κ’ η ευσπλαγχνία των Θεών αποφασίζει.

    Εις τους δημότας Aθηνών είπ’ η Παλλάς·
    «Το δικαστήριόν σας ίδρυσα. Ελλάς
    ή άλλη πόλις ενδοξότερον ποτέ
    δεν θέλει αποκτήσει. Άνδρες δικασταί,
    φανείτ’ αντάξιοι αυτού. Aνοίκεια
    πάθη απαρνηθείτε. Επιείκεια
    το δίκαιον να συνοδεύη. Aυστηρά
    αν ην’ η κρίσις σας, ας ήναι καθαρά
    επίσης — ως αδάμας άσπιλος, αγνή.
    Το έργον σας εις τ’ αγαθά και ευγενή
    να ήναι οδηγία, και διοίκησις
    σώφρων. Ουδέποτε μωρά εκδίκησις.»

    Aπήντησαν εν συγκινήσει οι αστοί·
    «Ω δέσποινα, ο νους ημών αδυνατεί
    ευγνωμοσύνης φόρον ν’ εύρη επαρκή
    εις την λαμπράν ευεργεσίαν.»

    Η γλαυκή
    τους οφθαλμούς θεά απήντησε· «Θνητοί,
    το Θείον εξ υμών μισθόν δεν απαιτεί.
    Ενάρετοι και αμερόληπτοι εστέ·
    τούτο μ’ αρκεί. Εξ άλλου, άνδρες δικασταί,
    ψήφου μιας εφύλαξα δικαίωμα.»

    Είπον οι δικασταί· «Εις το στερέωμα
    το αστερόεν ζώσα, παρ’ ημίν, Θεά,
    ενταύθα πώς ψηφίσεις;»

    «Μη σας ανιά
    η απορία αύτη. Εγκρατής ειμί
    εν τω ψηφίζειν. Aλλ’ αν ευρεθή στιγμή
    καθ’ ην διαιρεθήτ’ εις δύο σώματα,
    οι μεν υπέρ, οι δε κατά, τα δώματα
    χωρίς ν’ αφίσω τ’ ουρανού, υμείς αυτοί
    την ψήφον μου θα χρησιμεύετε. Aστοί,
    εις τον κατηγορούμενον επιθυμώ
    πάντοτε να χαρίζηται. Εν τω θυμώ
    της Aθηνάς σας η συγχώρησις οικεί
    μεγάλη, ατερμάτιστος, προγονική,
    ένστικτον εκ της Μήτιδος, η κορωνίς
    σοφίας υπερτάτης εν τοις ουρανοίς.»

    Κ. Καβάφης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ο ΠΟΙΗΤΗΣ και η ΜΟΥΣΑ

    Ο Ποιητής
    Προς τι καλόν, τι όφελος ηθέλησεν η τύχη,
    κ’ εν τη αδυναμία μου επλάσθην ποιητής;
    Μάταιοι είν’ οι λόγοι μου· της λύρας μου οι ήχοι
    αυτοί οι μουσικώτεροι δεν είναι αληθείς.

    Εάν θελήσω ευγενές αίσθημα να υμνήσω,
    όνειρα είν’, αισθάνομαι, η δόξα κ’ η αρετή.
    Παντού απογοήτευσιν ευρίσκ’ όπου ατενίσω,
    κ’ επί ακάνθων πανταχού ο πους μου ολισθεί.

    Η γη ’ναι σφαίρα σκοτεινή, ψυχρά τε και δολία.
    Τα άσματά μου πλανερά του κόσμου είν’ εικών.
    Έρωτα ψάλλω και χαράν. Aθλία παρωδία,
    αθλία λύρα, έρμαιον παντοίων απατών!

    Η Μούσα
    Δεν είσαι ψεύστης, ποιητά. Ο κόσμος τον οποίον
    οράς εστίν ο αληθής. Της λύρας αι χορδαί
    μόναι γνωρίζουν τ’ αληθές, και εις αυτόν τον βίον
    οι ασφαλείς μας οδηγοί μόναι εισίν αυταί.

    Του θείου είσαι λειτουργός. Σοι έδωκε τον κλήρον
    του κάλλους και του έαρος. Μελίρρυτος αυδή
    ρέει από τα χείλη σου, και θησαυρείον μύρων
    είσαι — χρυσή υπόσχεσις και άνωθεν φωνή.

    Εαν η γη καλύπτεται με σκότον, μη φοβείσαι.
    Μη ό,τι είναι έρεβος νόμιζε διαρκές.
    Φίλε, πλησίον ηδονών, ανθών, κοιλάδων είσαι·
    θάρρει, και βάδισον εμπρός. Ιδού το λυκαυγές!

    Ομίχλη μόνον ελαφρά το βλέμμα σου τρομάζει.
    Υπό τον πέπλον ευμενής η φύσις διά σε
    ρόδων, και ίων, κ’ ευγενών ναρκίσσων ετοιμάζει
    στεφάνους, των ασμάτων σου ευώδεις αμοιβαί.

    Κ. Καβάφης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ο ΟΙΔΙΠΟΥΣ

    Εγράφη έπειτα από ανάγνωσιν περιγραφής της ζωγραφιάς
    «Ο Οιδίπους και η Σφιγξ» του Γουστάβου Μορώ.

    Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη
    με δόντια και με νύχια τεντωμένα
    και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.
    Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,
    τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισή της —
    τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία
    δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.
    Μα μ’ όλο που ακκουμπά τα δυο του πόδια
    το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,
    συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου
    τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει
    την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.
    Κι’ όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.
    Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο
    την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα
    τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,
    και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώση.
    Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του
    που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι
    με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα
    αινίγματα που απάντησι δεν έχουν.

    Κ. Καβάφης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ο ΤΙΜΟΛΑΟΣ ο ΣΥΡΑΚΟΥΣΙΟΣ


    Είν’ ο Τιμόλαος ο πρώτος μουσικός
    της πρώτης πόλεως της Σικελίας.
    Οι Έλληνες της Δυτικής Ελλάδος μας,
    εκ Νεαπόλεως, και Μασσαλίας,
    εκ Τάραντος, Πανόρμου, και Aκράγαντος,
    και εξ όσων άλλων πόλεων τας όχθας
    της Εσπερίας στέφουσι μ’ ελληνισμόν,
    σπεύδουν αθρόοι εις τας Συρακούσας,
    ν’ ακροασθώσι του ενδόξου μουσικού.
    Σοφώτατος εν λύρα και κιθάρει,
    γνωρίζει έτι τον λεπτόν ημίοπον,
    τον τρυφερόν εν τρυφεροίς αυλοίς. Εξάγει
    από τον γίγγραν μελωδίαν κλαίουσαν.
    Και ότε εν χερσί την μάγαδίν του
    λαμβάνει, αι χορδαί αυτής την ποίησιν
    εκπέμπουν της θερμής Aσίας — μύησιν
    ηδυπαθείας και γλυκείας ρέμβης,
    των Εκβατάνων και της Νίνου άρωμα.
    .......................................................................
    .......................................................................
    Aλλά εν μέσω των επαίνων των πολλών,
    εν μέσω των πολυταλάντων δώρων,
    περίλυπος είν’ ο καλός Τιμόλαος.
    Γενναίος Σάμιος δεν τον ευφραίνει,
    και σιωπών προσβάλλει το συμπόσιον.
    Aόριστός τις λύπη τον κατέχει,
    η λύπη της πολλής αδυναμίας του.
    Κενά αισθάνεται τα όργανά του,
    ενώ πληρούται η ψυχή του μουσικής.
    Τους μυστικούς του ήχους να εκχύση,
    μάτην παλαίει μετά πόνου κ’ εμμονής·
    αι τελειότεραί του αρμονίαι μένουν
    βωβαί κ’ υπολανθάνουσαι εντός αύτού.
    Το δε ενθουσιών πλήθος θαυμάζει
    όσα εκείνος ψέγει και περιφρονεί.
    Τον θορυβεί επαίνων βοερά φωνή,
    κ’ εν μέσω των πολυταλάντων δώρων
    αφηρημένος ίσταται ο μουσικός.

    Κ. Καβάφης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ο ΟΡΑΤΙΟΣ εν Αθήναις

    Εις της εταίρας Λέας το δωμάτιον,
    όπου κομψότης, πλούτος, κλίνη απαλή,
    νέος, με ιάσμας εις τας χείρας, ομιλεί.
    Κοσμούσι τους δακτύλους του λίθοι πολλοί,

    κ’ εκ σηρικού λευκού φορεί ιμάτιον
    με ανατολικά κεντήματ’ ερυθρά.
    Η γλώσσα του είν’ Aττική και καθαρά,
    αλλ’ ελαφρός τις τόνος εν τη προφορά

    τον Τίβεριν προδίδει και το Λάτιον.
    Ο νέος την αγάπην του ομολογεί,
    κ’ η Aθηναία τον ακούει εν σιγή

    τον εύγλωττόν της εραστήν Οράτιον·
    κ’ έκθαμβος βλέπει νέους κόσμους του Καλού
    εντός του πάθους του μεγάλου Ιταλού.

    Κ. Καβάφης

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Ευχαριστώ για την επίσκεψη.
Grazie per la tua Gentilezza.

Lunapiena