Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Ο. Ελύτης: Οι Κλεψύδρες του αγνώστου


α 
Θυμώνει ο ήλιος, 

ο ίσκιος του αλυσοδεμένος 
κυνηγάει τη θάλασσα 
'Ενα σπιτάκι, δυο σπιτάκια
η φούχτα που άνοιξε από τη δροσιά 
και μυρώνει τα πάντα 
Φλόγες και φλόγες τριγυρνούν 
ξυπνώντας τις κλειστές πόρτες των γέλιων 
Είναι καιρός να γνωριστούνε 
οι θάλασσες με τους κινδύνους 


Τι θέλετε ρωτά η αχτίδα 
και τι θέλετε ρωτά η ελπίδα 

κατεβάζοντας τ'άσπρο της ποκάμισο 
Μα ο άνεμος στέρεψε τη ζέστη, 
δυο μάτια σκέπτονται 
Και δεν ξέρουν που να καταλήξουν 
είναι τόσο πυκνό το μέλλον τους

Μια μέρα θα'ρθει
 που ο φελλός θα μιμηθεί την άγκυρα 
και θα κλέψει τη γεύση του βυθού 
Μια μέρα θα'ρθει 
που ο διπλός εαυτός τους θα ενωθεί 
Πιο πάνω ή πιο κάτω από τις κορυφές 
που εράγισε το αποψινό τραγούδι Του Εσπέρου,
 δεν έχει σημασία... η σημασία είναι αλλού
Ένα κορίτσι, δυο κορίτσια, 
γέρνουν στα γιασεμιά τους κι αφανίζονται 
Μένει ένα ρυάκι να τα εξιστορήσει 
μα έσκυψαν να πιούν εκεί ακριβώς οι νύχτες 
Μεγάλα περιστέρια και μεγάλα αισθήματα
 καλύπτουν τη σιγή τους.
 
Φαίνεται πως το τέτοιο πάθος τους
είναι ανεπανόρθωτο 
Και κανείς δεν ξέρει αν έρθει 
ο πόνος να γδυθεί μαζί τους 
Σπανίζουνε οι παγίδες, 
άστρα γνέφουνε στους εραστές τα μάγια τους 
Όλα σκιρτούνε, συσπειρώνονται
-ήρθε 
φαίνεται πια η αθανασία 
Που ζητάνε τα χέρια σφίγγοντας τη μοίρα τους 
που άλλαξε σώμα κι έγινε άνεμος δυνατός

- η αθανασία φαίνεται ήρθε.


1 σχόλιο:

  1. γ
    Ω ποταμάκι ποταμάκι,
    καλημέρα του ήλιου απάνθισμα της εξοχής
    Κατά πού θαυμάζεται ο άνεμος πες μου
    κατά πού ξεχύνονται οι κελαηδισμοί
    Ποιαν όχθη αρέσουν, σήμερα είμαι νέος
    Είμαι καλός ως τις πηγές του γέλιου μου,
    εκτοξεύω χίμαιρες
    Ριπίδια δυσανάγνωστα,
    τεφτέρια κάτασπρα καμωμένα γι’ αγγέλους
    Κι από κάθε αδιαφορία
    σέρνεται μια ξεσχισμένη ευχή που μαζέυω
    – σήμερα είμαι νέος, αυτό μου αρκεί

    Αυτό μου δίνει το αίμα μου πιο κόκκινο,
    ένα χελιδόνι κόκκινο, ένα γράψιμο κόκιννο
    Θα ’ρθουν πολλές γυναίκες να το μοιραστούν
    ώσπου να γίνουν διάφανες
    Θα ’ρθουν πολλές ματαιότητες για να τις μοιραστούνε
    Η εύθυμη φασαρία μοιάζει ατέλειωτη,
    σπίθες αγγίζουν τα μετέωρα μέτωπα
    Κι όλο το μυστικό αληθεύεται
    σιγά-σιγά, γλυκά-γλυκά γίνεται μέρα
    Σώμα ζωντανό, ύπαρξη, άνθρωπος.

    Οδυσσέας Ελύτης

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Ευχαριστώ για την επίσκεψη.
Grazie per la tua Gentilezza.

Lunapiena