Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

GEORGE GORDON BYRON

ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Τα νησιά της Ελλάδας! ω Νησιά βλογημένα, 

που με αγάπη και φλόγα... 
μια Σαπφώ τραγουδούσε, 
που πολέμων κι ειρήνης δώρα... 
ανθίζαν σπαρμένα, 
που το φέγγος του ο Φοίβος... 
απ’ τη Δήλο σκορπούσε! 
Αχ, ατέλειωτος ήλιος... 
σας χρυσώνει ως τα τώρα, 
μα βασίλεψαν όλα, 
όλα τ’ άλλα σας δώρα!

Και της Χίος τη Μούσα, 

και της Τέως τη λύρα, 
αντρειοσύνης κι αγάπης... 
δοξαρίσματα πρώτα, 
σε άλλους τόπους για φήμη... 
τα μετάφερε η Μοίρα, 
γιατί η μαύρη τους μάνα... 
μήτε αν ζούνε δε ρώτα! 
Κι αντιλάλησαν ξάφνω 
παραπέρα στη Δύση 
απ’ εκεί που ανθίζαν... 
των «Μακάρων αι νήσοι».

Τα βουνά... 

το μεγάλο Μαραθώνα θωράνε,
κι η αθάνατη βλέπει 
τα πελάγη κοιλάδα. 
Εδώ πέρα μονάχος
 συλλογιόμουν πώς να ’ναι 
θα μπορούσε και πάλε... 
μια ε λ ε ύ τ ε ρ η Ελλάδα! 
Γιατί πώς να κοιτάζω 
το Περσάνικο μνήμα, 
και να λέγω πως είμαι της σκλαβιάς... 
κι εγώ θύμα!

Στον γκρεμνό που αντικρίζει... 

τη μικρή Σαλαμίνα, 
μια φορά βασιλέας 
θρονιαζότανε. Κάτου 
δίχως τέλος καράβια 
με τ’ αμέτρητα εκείνα 

μαζευόντανε πλήθη. 

Ήταν όλα δικά του. 
Την αυγή με καμάρι... 
τα μετρούσε εκεί πέρα, 
μα τι γένηκαν όλα... 
σαν εβράδιασε η μέρα!

Πού είν’ εκείνα! 

Πού είναι, 
ω Π α τ ρ ί δ α καημένη! 
Κάθε λόγγος σου τώρα
κι ακρογιάλι ε β ω β ά θ η! 
Των παλιών των ηρώων... 
ένας μύθος δε μένει, 
της μεγάλης καρδιάς τους... 
κάθε χτύπος εχάθη. 
Και τη λύρα σου ακόμα την αφήκες, 
ωιμένα! 
Απ’ τους θείους σου ψάλτες...
 να ξεπέσει σ’ εμένα!

Μέσ’ στον άδοξο δρόμο, 

που μια τύχη με σέρνει, 
με φ υ λ ή που σηκώνει... 
της σκλαβιάς αλυσίδα, 
κάποιο βάλσαμο κρύφιο... 
στο τραγούδι μου φέρνει 
η ντροπή που με πιάνει... 
για μια τέτοια Πατρίδα! 
Και τι να ’χει εδώ άλλο ποιητής 
παρά μόνο 
για τους Έλληνες πίκρα... 
για τη Χώρα τους πόνο!

Πρέπει τάχα να κλαίμε...

 μ ε γ α λ ε ί α χαμένα, 
και ντροπή να μας βάφει... 
αντίς αίμα, σαν πρώτα; 
Βγάλε, ω Γης δοξασμένη, 
απ’ τα σπλάχνα σου 
ένα ι ε ρ ό απομεινάρι... 
των παιδιών του Ευρώτα! 
Απ’ εκειούς τους Τρακόσους... 
τρεις αν έρθουνε, φτάνουν 
άλλη μια Θερμοπύλα... 
στα βουνά σου να κάνουν.

Πώς! Ακόμα σωπαίνουν; 

Πώς! Ακόμα συχάζουν; 
Όχι, όχι!
 Α κ ο ύ γ ω... τις ψυχές απ’ τον Άδη 
σαν ποτάμι που τρέχει μακρινά, 
να φωνάζουν:
«Ένας μ ό ν ο... ας σαλέψει ζωντανός, 
και κοπάδι 
απ’ τη γης αποκάτου 
λεβεντιά ξεκινούμε.
Είναι αυτοί που κοιμούνται· 
εμείς ακόμα σ’ ακούμε!»

Αχ, του κάκου, του κάκου! 

Άλλες λύρες στα χέρια! 
Με Σαμιώτικο τώρα 
το ποτήρι ας γεμίσει. 
Άφηνε αίμα και μάχες... 
για τα τούρκικα ασκέρια, 
και καθένας το αίμα του αμπελιού του
 ας μας χύσει! 
Δες τους! Όλοι ξυπνάνε... 
και πετούν ως απάνω, 
του μικρόψυχου Βάκχου... 
το εγκώμιο σαν κάνω!

Τον Πυρρίχιο χορό σας 

ως τα τώρα βαστάτε 
η Πυρρίχια η «φάλαγξ»...
πού να πήγε, καημένοι! 
Από δυο τέτοια δώρα, 
πώς εκείνο ξεχνάτε, 
που ψυχές αντρειώνει... 
και καρδιές ανασταίνει! 
Και τα γράμματα ακόμα... 
ενός Κάδμου κρατείτε· 
τάχα να ’ταν για σκλάβους... 
τα ψηφιά του θαρρείτε;

Το Σαμιώτικο χύνε στο ποτήρι 

ως τα χείλη! 
Όξω οι λύπες! 
Ελάτε με την πλόσκα γεμάτη! 
Έτσι έ ψ ε λ ν ε... ο θείος Ανακρέοντας, 
φίλοι! 
Σκλάβος ήταν κι εκείνος, 
μα ενός Πολυκράτη. 
Από ξένους τυράννους... 
δεν εγνώριζαν τότες· 
ήταν αίμα δικό τους, 
σαν κι αυτούς πατριώτες.

Τη Χερσόνησο ένας 

μια φορά τυραννούσε, 
μα δ ι α φ έ ν τ ε υ ε πρώτος 
τα καλά, την τιμή της. 
Μ ι λ τ ι ά δ η τον λέγαν. 
Αχ, και πάλε να ζούσε! 
Ένα ας είχε η πατρίδα... 
τέτοιο πάλε παιδί της! 
Βασιλιάς σαν κι εκείνον... 
ποιο λαό δε μαγεύει! 
Βασιλιάς που με αγάπη... 
μοναχή σε δεσμεύει.

Στο ποτήρι μου πάλε 

το Σαμιώτικο χύνε! 
Στο Σουλιώτικο βράχο,
 προς της Πάργας το χώμα, 
γ ε ν ε ά σιδερένια....
 ως τα σήμερα είναι, 
που από μάνες Δωρίδες...
 λες και βγαίνει ακόμα.
Ίσως μένει εκεί πέρα... 
κάποιος σπόρος κρυμμένος,
που θα δείξει αν δεν είναι 
Η ρ α κ λ ε ί δ ι κ ο γένος.

Απ’ τους άπιστους Φράγκους... 

λευτεριά μη ζητάτε! 
Εκεί ζουν ηγεμόνες... 
που πουλούν κι αγοράζουν. 
Με δικό σας τουφέκι και σπαθί...
 π ο λ ε μ ά τ ε! 
Αυτού θά ’βρετ’ ελπίδα...
 κι ό,τι θέλουν ας τάζουν. 
Ζυγός Τούρκου, με Φράγκου πονηριά... 
σαν ταιριάσουν, 
την α σ π ί δ α, όσο να ’ναι δυνατή... 
θα τη σπάσουν.

Με Σαμιώτικο π ά λ ε 

το ποτήρι ας γεμίσει! 
Μέσ’ στον ίσκιο χορεύουν 
οι κοπέλες μας πάλι· 
σαν τα μαύρα τους μάτια... 
δεν είδε άλλα η φύση, 
μα σα βλέπω τη νιότη... 
και τ’ αφράτα τους κάλλη, 
το δικό μου το μάτι... 
το θολώνει μια στάλα, 
που για σκλάβους το θένε...
 τω βυζιών τους το γάλα!

Στου Σουνίου θα καθίσω... 

το μαρμάρινο βράχο, 
σύντροφό μου το κύμα...
του Αιγαίου θα κάνω, 
αυτό εμένα ν’ ακούγει... 
κι εγώ εκείνο μονάχο, 
κι εκεί απάνω σαν κύκνος... 
με τραγούδι ας πεθάνω. 
Δε σηκώνει η ψυχή μου σκλάβα Γη! 
Χτύπα κ ά τ ω 
της σκλαβιάς το ποτήρι... 
κι ας πάει να ’ναι γεμάτο!

Τζωρτζ Γκόρντον Μπάυρον

Μετάφραση: Αργύρης Εφταλιώτης

Thomas Sterns Eliot


Τόμας Στερνς Έλιοτ
Εκεί ψηλά στην κορυφή της σύγχρονης Ποίησης, 
συναντάς το μέγεθος της σκέψης και του στοχασμού, 
το βάθος του πνεύματος και το μεγαλείο της ψυχής, 
του Μεγάλου Ποιητή της σύγχρονης Λογοτεχνίας.
Γεννήθηκε σαν Σήμερα στις 26 Σεπτέμβρη του 1888...

Δεν θα πάψουμε να ε ξ ε ρ ε υ ν ο ύ μ ε
Κι όλης μας της εξερεύνησης το τέλος
Θα είναι να φθάσουμε ε κ ε ί... που ξεκινήσαμε
Και να γνωρίσουμε... για πρώτη φορά τον τόπο.
Μέσα από την άγνωστη πύλη, που ξαναθυμόμαστε
Όταν το τελευταίο που έμεινε στη γη να ανακαλύψουμε 
Είναι α υ τ ό... που ήταν η αρχή· 
Στην π η γ ή... του πιο απέραντου ποταμού
Η φ ω ν ή... του κρυμμένου καταρράκτη
Και τα π α ι δ ι ά... μέσα στη μηλιά
Που δεν τα ξέραμε... γ ι α τ ί δεν ψάξαμε γι’ αυτά
Αλλά τ’ ακούσαμε, τα μισοακούσαμε, στη σιγαλιά
Ανάμεσα σε δυο κύματα της θάλασσας.
Γρήγορα τώρα, ε δ ώ, τώρα, π ά ν τ α –
Μια κατάσταση τέλειας α π λ ό τ η τ α ς...
(Που δεν στοιχίζει λιγότερο από τα πάντα)
Και όλα θα πάνε καλά και
Το καθετί θα πάει καλά
Όταν οι γλώσσες της φλόγας θα διπλωθούν
Μες στο στεφανωμένο κόμπο της φωτιάς
Κι η φωτιά και το ρόδο... θα γίνουν ένα....

(Τέσσερα κουαρτέτα, «Little Gidding”, Τ. Σ. Έλιοτ, 
εκδ. Ίκαρος, Μετ. Έφη Αθανασίου)

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Rainer Maria Rilke


«...Εμείς ό μ ω ς χρονοτριβούμε, 
περήφανοι που ανθίζουμε και εισβάλουμε 
στον όψιμο πυρήνα του τελικού καρπού μας
Π ρ ο δ ο μ έ ν ο ι...
Σε ελάχιστους η ορμή της δράσης 
φουντώνει τόσο έντονα
που ήδη περιμένουν και φ λ έ γ ο ν τ α ι 
στα βάθη της καρδιάς τους
Όταν ο πειρασμός της άνθησης, 
σαν απαλή νυχτερινή πνοή
Αγγίζει το νεανικό τους στόμα
Αγγίζει τα βλέφαρα τους:
Μόνο σε  ή ρ ω ε ς... ίσως και σ'αυτούς 
που είναι γραφτό να φύγουν πρόωρα...
Αυτοί... ορμούν  α δ ί σ τ α κ τ ο ι: 
μπροστά κι από το ίδιο το χαμόγελο τους....
Παράξενα κοντά είναι ο ήρωας 
σε όσους πέθαναν νέοι. 
Η διάρκεια... Δεν τον προκαλεί. 
Ανάδειξη του είναι η  ύ π α ρ ξ η.
Αδιάκοπα αποσπάται 
και περνά στον  α σ τ α θ ή  αστερισμό
του  μ ό ν ι μ ο υ  κινδύνου του. 
Εκεί λίγοι θα τον έβρισκαν...»

απόσπασμα από την 6η ελεγεία από τις...
"Ελεγείες του Ντουίνο"

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ:«Ζήτω η Ελεύθερη Ελλάδα...»




ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ
«Ζήτω η Ελεύθερη Ελλάδα... κ ά τ ω η δικτατορία» 


«Η Γη μας, που γ έ ν ν η σ ε την Ελευθερία, 
θα εκμηδενίσει... την τυραννία!»

Tάκης Σινόπουλος: καιόμενος


κ α ι ό μ ε ν ο ς
Κοιτάχτε... μπήκε στη φωτιά!

είπε ένας από το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα.
Ήταν στ’ αλήθεια αυτός 
που απόστρεψε το πρόσωπο, 
όταν του μιλήσαμε.
Και τ ώ ρ α... κ α ί γ ε τ α ι.
Μα... δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί.
Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου 
φτιαγμένος να παραξενεύομαι.
Π ο ι ο ς... είναι τούτος 
που αναλίσκεται... περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο... 
δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή.
Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά... μην την ανακατεύεις,
μου είπαν.
Όμως... ε κ ε ί ν ο ς... 
καίγονταν μονάχος.... Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν
τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν Ή λ ι ο ς....

Στην εποχή μας όπως και
σε περασμένες εποχές
Ά λ λ ο ι... είναι μέσα στη φωτιά
κι άλλοι... χειροκροτούνε.

Ο ποιητής  μ ο ι ρ ά ζ ε τ α ι  στα δυο.
Τάκης Σινόπουλος

Νικηφόρος Βρεττάκος: Αυτοπυρπόληση


 Α υ τ ο π υ ρ π ό λ η σ η

Ντύθηκες γαμπρός
φ ω τ α γ ω γ ή θ η κ ε ς... σαν Έθνος.
Έ γ ι ν ε ς... ένα θέαμα ψυχής
ξεδιπλωμένης στον ορίζοντα.
Ε ί σ α ι... η φωτεινή
περίληψη του δράματος μας,
τα χέρια μας... προς την Ανατολή
και τα χέρια μας... προς τη Δύση.
Ε ί σ α ι... στην ίδια λ α μ π ά δ α... 
τη μια... τ’ αναστάσιμο Φ ω ς
κι ο επιτάφιος Θ ρ ή ν ο ς μας.

Νικηφόρος Βρεττάκος
από τη συλλογή: “Η Θέα του Κόσμου”

Στον Κώστα Γεωργάκη


ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΑΚΗ... 
«Ζήτω η Ελεύθερη Ελλάδα... κ ά τ ω η δικτατορία» 
φώναζες... φλεγόμενος στα 22 σου χρόνια...
μπροστά από το Δικαστικό Μέγαρο της Γένοβα
ξημερώματα... στις 19 Σεπτέμβρη του '70


«Ά ν α ψ ε ς με το Σώμα Σου...Φ ω τ ι ά...
Δημοκρατίας Κεραυνός... 
το φασισμό να κάψει.
Λαμπάδας Φως... μες στο σκοτάδι...
Πότισες με το αίμα Σου... 
της Λευτεριάς το δέντρο! 
Δάκρυ και π ό ν ο ς... Οργή κι Ελπίδα...
Κραυγή από τα στήθη μας... 
της νιότης τάμα
Όρκος κι Υπόσχεση... 
συνεχιστές του Αγώνα...
Θάρρος τα Λόγια σου... και Προφητεία:
«Η Γη μας, που γ έ ν ν η σ ε την Ελευθερία, 
θα εκμηδενίσει... την τυραννία!»

Lunapiena (1974)

Μπ. Μπρεχτ: Ιστορίες του κ. Κόϋνερ...:


Αυτός πού υπηρετεί το σκοπό του

Ό κ. Κ. έβαλε τα παρακάτω ερωτήματα:
Κάθε πρωί ό γείτονάς μου 
ακούει μουσική από ’να γραμμόφωνο.
-Γ ι α τ ί ακούει μουσική; 
-Γιατί γυμνάζεται,
καθώς μαθαίνω.
 
-Και γ ι α τ ί γυμνάζεται; 
-Γιατί τού χρειάζεται δύναμη,
καθώς μου λένε.
 
-Καλά, και γ ι α τ ί του χρειάζεται ή δύναμη; 
-Γιατί πρέπει να νικήσει 
τούς εχθρούς του στην πόλη, 
καθώς λέει. 
-Γ ι α τ ί πρέπει να νικάει τούς εχθρούς του; 
-Γιατί θέλει να φάει, 
καθώς μαθαίνω.

Όταν ό κ. Κ. τ’ άκουσε όλα αυτά, 
ότι δηλαδή ο γείτονάς του 
άκουγε μουσική για να γυμνάζεται, 
γυμναζόταν για να είναι δυνατός, 
ήθελε να ναι δυνατός 
για να νικάει τούς εχθρούς του, 
νικούσε τούς εχθρούς του για να τρώ­ει, 
έβαλε τούτο το ερώτημα:
-Καλά, γ ι α τ ί τρώει;

Μπ. Μπρεχτ, Ιστορίες του κ. Κόϋνερ: Οργάνωση



Ό κ. Κ. είπε κάποτε: 

Α υ τ ό ς πού σ κ έ φ τ ε τ α ι... 
δεν ξοδεύει 
ο ύ τ ε... μια σταλιά φως παραπάνω, 
ο ύ τ ε... ένα κομμάτι ψωμί παραπάνω, 
ούτε... μια σκέψη παραπάνω.

Μπ. Μπρεχτ: Ιστορίες του κ. Κόϋνερ


Για την α λ ή θ ε ι α
Στον κ. Κ., το στοχαστή, πήγε ο μαθητής Τιφ
 και του είπε:
-Θέλω να μάθω την αλήθεια. 
-Ποιαν αλήθεια; 
Θ έ λ ε ι ς... να μάθεις την αλήθεια 
για το εμπόριο των ψαριών;
Ή μήπως θέλεις να μάθεις την αλήθεια 
για το φορολογικό σύστημα; 
Αν μαθαίνοντας την αλήθεια 
για το εμπόριο των ψαριών 
πάψεις να πληρώνεις α κ ρ ι β ά... 
τα ψάρια τους, 
τότε... δε θα σου πουν π ο τ έ την αλήθεια, 
είπε ο κ. Κ.

Μπ. Μπρεχτ, Ιστορίες του κ. Κόϋνερ


Η σ ο φ ί α... είναι αποτέλεσμα της σ τ ά σ η ς.
Ε π ε ι δ ή όμως... 
δεν είναι και στόχος της στάσης, 
δεν μπορεί να παρακινήσει κανένα
 στο να μιμείται τη στάση.
Εσείς δεν τρώτε όπως εγώ. 
Αν όμως φάτε με το δικό μου τρόπο 
θα σας ωφελήσει.
Αυτό που λέω τώρα: 
ότι οι πράξεις ξεκινάνε από τη στάση, 
ίσως να ’ναι έτσι. 
Για να γίνει όμως έτσι... πρέπει πρώτα 
να βάλετε... σε τ ά ξ η τις ανάγκες.
Συχνά, είπε ο στοχαστής, 
βλέπω ότι έχω τη στάση του πατέρα μου. 
Ποτέ όμως δεν κάνω 
τις ίδιες πράξεις με τον πατέρα μου. 
Γ ι α τ ί  ενεργώ διαφορετικά; 
Γιατί οι α ν ά γ κ ε ς... είναι διαφορετικές. 
Βλέπω όμως ότι η σ τ ά σ η... 
κρατάει περισσότερο από τον τρόπο δράσης: 
α ν τ ι σ τ έ κ ε τ α ι... στις ανάγκες.

Είναι μερικοί άνθρωποι 
που δεν μπορούν να ενεργήσουν 
παρά μονάχα μ’ έναν τρόπο... αν δεν θέλουν... 
να χάσουν την α ξ ι ο π ρ έ π ε ι ά τους.
Γι’ αυτό, επειδή δεν μπορούν 
να συμβαδίσουν με τις ανάγκες χάνονται εύκολα. 
Μα εκείνος που έχει μια δική του στάση  
μπορεί να κάνει πολλά... 
δ ί χ ω ς... να χάσει την αξιοπρέπειά του.



Από το βιβλίο: Μπ. Μπρεχτ, Ιστορίες του κ. Κόϋνερ 
– η διαλεκτική σαν τρόπος ζωής, εκδόσεις Θεμέλιο

Ο Γιώργος Σεφέρης διαβάζει : Τελευταίος Σταθμός


Γιώργος Σεφέρης: Τελευταίος Σταθμός



Λ ί γ ε ς οι νύχτες με φεγγάρι... που μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων.. που συλλαβίζεις
όπως το φέρνει ο κόπος.. της τελειωμένης μέρας
και β γ ά ζ ε ι ς... άλλα νοήματα και άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το δ ι α β ά σ ε ι ς.

Τώρα που κάθομαι.. άνεργος και λ ο γ α ρ ι ά ζ ω
λ ί γ α φεγγάρια.... α π ό μ ε ι ν α ν στην μνήμη·
νησιά... χρώμα θ λ ι μ μ έ ν η ς Παναγιάς, 
α ρ γ ά στην χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά..
ρίχνοντας κάποτε.. σε ταραγμένους δρόμους
ποταμούς... και μέλη ανθρώπων...
βαριά μια νάρκη.

Κι όμως χτες βράδυ εδώ...
σε τούτη τη στερνή μας σκάλα.. 
όπου προσμένουμε..
την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χ ρ έ ο ς παλιό... 
μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ή ρ θ ε... η στιγμή της πλερωμής
κι ακούγονται νομίσματα 
να πέφτουν στο τραπέζι·
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό,
πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού,
στην άκρη μιας φθινοπωρινής μπόρας,
το φεγγάρι... ξ ε π έ ρ α σ ε τα σύννεφα,
και γίναν τα σπίτια..
στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σ ι ω π έ ς αγαπημένες... της σ ε λ ή ν η ς.

Ε ί ν α ι... και αυτός ένας ειρμός της σκέψης,
ένας τ ρ ό π ο ς... ν' αρχίσεις να μιλάς
για πράγματα που ο μ ο λ ο γ ε ί ς... δύσκολα,
σε ώρες που δεν βαστάς... σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει μ α ν τ ά τ α
από το σπίτι... κι από τους συντρόφους,
και β ι ά ζ ε σ α ι... ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά... και τον αλλάξει.

Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο,
την Παλαιστίνη τη Συρία,
το κρατίδιο της Κομμαγηνής
πού ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές... γ υ ρ ί ζ ε ι... στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες 
που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έ π ε ι τ α απόμειναν 
τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.

Ε ρ χ ό μ α σ τ ε... απ' την άμμο της έρημος
απ’ τις θάλασσες του Πρωτέα,
ψ υ χ έ ς μαραγκιασμένες... 
από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα..
σαν το πουλί μες το κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την π λ η γ ή του καθενός μας
ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, ν έ μ ε σ η μοίρα
ή μονάχα κακές συνήθειες.... δόλο και απάτη,
ή ακόμα ιδιοτέλεια..να καρπωθείς..
το αίμα των άλλων.

Ε ύ κ ο λ α... τρίβεται ο άνθρωπος... 
μες τους πολέμους,
ο ά ν θ ρ ω π ο ς είναι μαλακός... 
ένα δ ε μ ά τ ι χόρτο·
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν... 
ένα ά σ π ρ ο στήθος
μάτια... που μισοκλείνουν... 
στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια... που θα τρέχανε
στο παραμικρό σ φ ύ ρ ι γ μ α του κέρδους.

Ο ά ν θ ρ ω π ο ς... είναι μαλακός
και διψασμένος σαν το χόρτο,
ά π λ η σ τ ο ς σαν το χόρτο...
ρ ί ζ ε ς... τα νεύρα του κι απλώνουν·
σαν έρθει ο θέρος... προτιμά να σφυρίξουν
τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι·
σαν έρθει ο θέρος
άλλοι φ ω ν ά ζ ο υ ν ε... 
για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μ π ε ρ δ ε ύ ο ν τ α ι μες στ' άγαθά τους,
άλλοι ρ η τ ο ρ ε ύ ο υ ν.
Αλλά τα ξόρκια... τα αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;

Μήπως ο ά ν θ ρ ω π ο ς... είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι Α υ τ ό... που μεταδίνει ζωή;
Καιρός του σπείρειν... Καιρός του θερίζειν.

Πάλι τα ίδια και τα ίδια.... θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σ κ έ ψ η του πρόσφυγα
τη σ κ έ ψ η του αιχμαλώτου
τη σ κ έ ψ η του ανθρώπου
σαν κ α τ ά ν τ η σ ε..... κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την α λ λ ά ξ ε ι ς.... δεν μπορείς.
Ί σ ω ς... και να ‘θελε να μείνει...
βασιλιάς α ν θ ρ ω π ο φ ά γ ω ν
ξοδεύοντας... δ υ ν ά μ ε ι ς...
που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους.... αγαπάνθων
ν’ α κ ο ύ ε ι... τα τουμπελέκια
κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
κ α θ ώ ς... χορεύουν οι αυλικοί..
με τερατώδεις προσωπίδες.

Ό μ ω ς... ο Τ ό π ο ς που τον πελεκούν
και που τον καίνε σαν το πεύκο,
 και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, 
χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,
ν ύ χ τ ε ς και.... νύχτες
είτε στο πυρωμένο π λ ο ί ο... 
που θα βουλιάξει
καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρ ί ζ ω σ α ν... 
μες το μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν ε ι κ ό ν ε ς...
ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους
μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα
και ξ α ν α φ υ τ ρ ώ ν ο υ ν·
ρ ί χ ν ο υ ν... κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν
δρασκελώντας λ ε ύ γ ε ς... και λεύγες·
ένα π α ρ θ έ ν ο δάσος...
σ κ ο τ ω μ έ ν ω ν φίλων.... το μυαλό μας.


Και σου μ ι λ ώ.... με παραμύθια και παραβολές
ε ί ν α ι... γιατί τ' ακούς γλυκότερα,
κι η φ ρ ί κ η... δεν κουβεντιάζεται
γ ι α τ ί... είναι ζωντανή
γ ι α τ ί.... είναι αμίλητη και προχωράει·
στάζει τη μέρα..... στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων π ό ν ο ς. 
Να μιλήσω... για ή ρ ω ε ς... να μιλήσω για ήρωες:
ο Μιχάλης... που έ φ υ γ ε 
μ’ ανοιχτές πληγές.... απ’ το νοσοκομείο
ί σ ω ς.... μιλούσε για ήρωες όταν, 
τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του...
μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας·
«Στα σ κ ο τ ε ι ν ά... πηγαίνουμε, 
στα σκοτεινά προχωρούμε...»
Οι ή ρ ω ε ς προχωρούν στα σ κ ο τ ε ι ν ά.

Λ ί γ ε ς οι νύχτες με φεγγάρι....
που μ' αρέσουν.

Γιώργος Σεφέρης
Cava del Tirreni, 5 Οκτωβρίου ‘44
^