Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Γιώργος Σεφέρης: Τελευταίος Σταθμός



Λ ί γ ε ς οι νύχτες με φεγγάρι... που μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων.. που συλλαβίζεις
όπως το φέρνει ο κόπος.. της τελειωμένης μέρας
και β γ ά ζ ε ι ς... άλλα νοήματα και άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το δ ι α β ά σ ε ι ς.

Τώρα που κάθομαι.. άνεργος και λ ο γ α ρ ι ά ζ ω
λ ί γ α φεγγάρια.... α π ό μ ε ι ν α ν στην μνήμη·
νησιά... χρώμα θ λ ι μ μ έ ν η ς Παναγιάς, 
α ρ γ ά στην χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά..
ρίχνοντας κάποτε.. σε ταραγμένους δρόμους
ποταμούς... και μέλη ανθρώπων...
βαριά μια νάρκη.

Κι όμως χτες βράδυ εδώ...
σε τούτη τη στερνή μας σκάλα.. 
όπου προσμένουμε..
την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χ ρ έ ο ς παλιό... 
μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ή ρ θ ε... η στιγμή της πλερωμής
κι ακούγονται νομίσματα 
να πέφτουν στο τραπέζι·
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό,
πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού,
στην άκρη μιας φθινοπωρινής μπόρας,
το φεγγάρι... ξ ε π έ ρ α σ ε τα σύννεφα,
και γίναν τα σπίτια..
στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σ ι ω π έ ς αγαπημένες... της σ ε λ ή ν η ς.

Ε ί ν α ι... και αυτός ένας ειρμός της σκέψης,
ένας τ ρ ό π ο ς... ν' αρχίσεις να μιλάς
για πράγματα που ο μ ο λ ο γ ε ί ς... δύσκολα,
σε ώρες που δεν βαστάς... σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει μ α ν τ ά τ α
από το σπίτι... κι από τους συντρόφους,
και β ι ά ζ ε σ α ι... ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά... και τον αλλάξει.

Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο,
την Παλαιστίνη τη Συρία,
το κρατίδιο της Κομμαγηνής
πού ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές... γ υ ρ ί ζ ε ι... στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες 
που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έ π ε ι τ α απόμειναν 
τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.

Ε ρ χ ό μ α σ τ ε... απ' την άμμο της έρημος
απ’ τις θάλασσες του Πρωτέα,
ψ υ χ έ ς μαραγκιασμένες... 
από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα..
σαν το πουλί μες το κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την π λ η γ ή του καθενός μας
ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, ν έ μ ε σ η μοίρα
ή μονάχα κακές συνήθειες.... δόλο και απάτη,
ή ακόμα ιδιοτέλεια..να καρπωθείς..
το αίμα των άλλων.

Ε ύ κ ο λ α... τρίβεται ο άνθρωπος... 
μες τους πολέμους,
ο ά ν θ ρ ω π ο ς είναι μαλακός... 
ένα δ ε μ ά τ ι χόρτο·
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν... 
ένα ά σ π ρ ο στήθος
μάτια... που μισοκλείνουν... 
στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια... που θα τρέχανε
στο παραμικρό σ φ ύ ρ ι γ μ α του κέρδους.

Ο ά ν θ ρ ω π ο ς... είναι μαλακός
και διψασμένος σαν το χόρτο,
ά π λ η σ τ ο ς σαν το χόρτο...
ρ ί ζ ε ς... τα νεύρα του κι απλώνουν·
σαν έρθει ο θέρος... προτιμά να σφυρίξουν
τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι·
σαν έρθει ο θέρος
άλλοι φ ω ν ά ζ ο υ ν ε... 
για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μ π ε ρ δ ε ύ ο ν τ α ι μες στ' άγαθά τους,
άλλοι ρ η τ ο ρ ε ύ ο υ ν.
Αλλά τα ξόρκια... τα αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;

Μήπως ο ά ν θ ρ ω π ο ς... είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι Α υ τ ό... που μεταδίνει ζωή;
Καιρός του σπείρειν... Καιρός του θερίζειν.

Πάλι τα ίδια και τα ίδια.... θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σ κ έ ψ η του πρόσφυγα
τη σ κ έ ψ η του αιχμαλώτου
τη σ κ έ ψ η του ανθρώπου
σαν κ α τ ά ν τ η σ ε..... κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την α λ λ ά ξ ε ι ς.... δεν μπορείς.
Ί σ ω ς... και να ‘θελε να μείνει...
βασιλιάς α ν θ ρ ω π ο φ ά γ ω ν
ξοδεύοντας... δ υ ν ά μ ε ι ς...
που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους.... αγαπάνθων
ν’ α κ ο ύ ε ι... τα τουμπελέκια
κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
κ α θ ώ ς... χορεύουν οι αυλικοί..
με τερατώδεις προσωπίδες.

Ό μ ω ς... ο Τ ό π ο ς που τον πελεκούν
και που τον καίνε σαν το πεύκο,
 και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, 
χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,
ν ύ χ τ ε ς και.... νύχτες
είτε στο πυρωμένο π λ ο ί ο... 
που θα βουλιάξει
καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρ ί ζ ω σ α ν... 
μες το μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν ε ι κ ό ν ε ς...
ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους
μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα
και ξ α ν α φ υ τ ρ ώ ν ο υ ν·
ρ ί χ ν ο υ ν... κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν
δρασκελώντας λ ε ύ γ ε ς... και λεύγες·
ένα π α ρ θ έ ν ο δάσος...
σ κ ο τ ω μ έ ν ω ν φίλων.... το μυαλό μας.


Και σου μ ι λ ώ.... με παραμύθια και παραβολές
ε ί ν α ι... γιατί τ' ακούς γλυκότερα,
κι η φ ρ ί κ η... δεν κουβεντιάζεται
γ ι α τ ί... είναι ζωντανή
γ ι α τ ί.... είναι αμίλητη και προχωράει·
στάζει τη μέρα..... στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων π ό ν ο ς. 
Να μιλήσω... για ή ρ ω ε ς... να μιλήσω για ήρωες:
ο Μιχάλης... που έ φ υ γ ε 
μ’ ανοιχτές πληγές.... απ’ το νοσοκομείο
ί σ ω ς.... μιλούσε για ήρωες όταν, 
τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του...
μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας·
«Στα σ κ ο τ ε ι ν ά... πηγαίνουμε, 
στα σκοτεινά προχωρούμε...»
Οι ή ρ ω ε ς προχωρούν στα σ κ ο τ ε ι ν ά.

Λ ί γ ε ς οι νύχτες με φεγγάρι....
που μ' αρέσουν.

Γιώργος Σεφέρης
Cava del Tirreni, 5 Οκτωβρίου ‘44
^


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ευχαριστώ για την επίσκεψη.
Grazie per la tua Gentilezza.

Lunapiena