Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

VICTOR HUGO: Το ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ

Delacroix: Η Σφαγή της Χίου
VICTOR HUGO: Το ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ

Τούρκοι διαβήκαν.
Χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τ' όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά τ' αρχοντονήσι, 
που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
κ α θ ρ έ φ τ ι ζ ε... μεσ' τα νερά.
Ερμιά παντού. 
Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα 
κάποιο ΠΑΙΔΙ μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά το κεφαλάκι 
στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη 
σαν δαύτο ξεχασμένη
μεσ' την αφάνταστη φθορά.
Φτωχό παιδί, 
που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, 
τ' ήθελες τάχα να 'χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά ματάκια σου 
ν' αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά 
σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, 
τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξης ξέγνοιαστα, 
για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά μαλλάκια 
που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου
 τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;
Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ` το Ιράν, 
που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ' το δεντρί
που μεσ' στη μουσουλμανική 
παράδεισο φυτρώνει,
κ' έν' άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, 
Δεν σώνει μεσ' απ' τον ίσκιο του να βγει;
Μη το πουλί που κελαηδάει 
στο δάσος νύκτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει 
και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ' όλα τα αγαθά τούτα; 
Πες. Τ` άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;

-Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο 
με το γαλάζιο μάτι:
Β ό λ ι α... μ π α ρ ο ύ τ ι θέλω. Νά.


Μετάφραση στα Ελληνικά:
 Κωστής Παλαμάς

«Το Ελληνόπουλο» γράφτηκε
 από τον Βίκτωρ Ουγκώ, το 1828
αναφέρεται στη Καταστροφή της Χίου
 από τους Οθωμανούς Τούρκους, 
στις 30 Μαρτίου 1822


Μ. Δημητριάδη: Ο ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΙ...


Ο ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΙ...
Τον ξέρουνε τα ελάτια, τα πλατάνια
ίδιος μ' αυτά, περήφανος, στητός
αχούν απ' τη φωνή του τα ρουμάνια
μπρος για τη νίκη, για το κόμμα μπρος.

Ο Μπελογιάννης ζει
μες στην καρδιά μας,
ο Μπελογιάννης ζει πα στις κορφές
ο Μπελογιάννης ζει κι είναι κοντά μας
στων τραγουδιών τις λεύτερες στροφές.

Ζει σ' όλους τους καιρούς,
σ' όλους τους τόπους
το κάθε σπίτι, σπίτι του δικό.
Ζει ο Μπελογιάννης,
ζει με τους ανθρώπους
που χτίζουν έναν κόσμο σοσιαλιστικό.

Ο Μπελογιάννης ζει
μες στην καρδιά μας,
ο Μπελογιάννης ζει πα στις κορφές
ο Μπελογιάννης ζει κι είναι κοντά μας
στων τραγουδιών τις λεύτερες στροφές.

Μαρία Δημητριάδη
Μουσική : Λάκης Χατζής
Στιχοι Λάκης Ραβάνης

ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ


Γ. ΡΙΤΣΟΣ: Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο.
Σ ή μ ε ρ α... το στρατόπεδο σ ω π α ί ν ε ι.
Σήμερα ο ήλιος τρέμει αγκιστρωμένος στη σιωπή
όπως τρέμει το σακάκι του σκοτωμένου... 
στο συρματόπλεγμα.
Σ ή μ ε ρ α... ο κόσμος είναι λυπημένος.
Ξεκρέμασαν μια μεγάλη καμπάνα 
και την ακούμπησαν στη γη.
Μες στο χαλκό της κ α ρ δ ι ο χ τ υ π ά... η Ειρήνη.
Σ ι ω π ή... Ακούστε τούτη την καμπάνα.
Σιωπή. 
Οι Λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το Μ έ γ α φέρετρο του ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ.

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Jacqueline de Romilly


Jacqueline de Romilly:
«Μόλις είχα αρχίσει να διαβάζω Θουκυδίδη 
και τ ό σ ο γοητεύτηκα από την ωραιότητα 
και την ευαισθησία του λόγου του 
α λ λ ά  και από...
 την  π α γ κ ο σ μ ι ό τ η τ α  των γραφομένων του 
που αποφάσισα να του α φ ι ε ρ ώ σ ω έναν χρόνο.
Τελικά η μ ε λ έ τ η του... 
κράτησε μια ο λ ό κ λ η ρ η ζωή.»

ΘΕΟΦΙΛΟΣ - Ταινία - 1987


ΑΦΙΕΡΩΜΑ στον ΘΕΟΦΙΛΟ Κεφαλά - Χατζημιχαήλ
Μέγιστου Έλληνα Ζωγράφου και Αγιογράφου... 
με Ψυχή και Ήθος...

ΘΕΟΦΙΛΟΣ: 1821


ΘΕΟΦΙΛΟΣ: Γιάννης Τσαρούχης το 1967:
«ΖΩΓΡΑΦΟΣ αυτόχθων του Ελληνικού Τοπίου 
και του Ελληνικού Ήθους,που κουβαλάει τη μνήμη 
των πολέμων με τους Τούρκους.
Τύπος α υ θ ε ν τ ι κ ό ς μιας Ελλάδας τρυφερής 
απαλλαγμένης από κάθε επιτήδευση, 
της παλιάς εκείνης Ελλάδας που, 
έξω από τις πόλεις του εμπορίου και της βιομηχανίας, 
είναι ακόμα και σήμερα πανταχού παρούσα.
Το τοπίο, ξανθό και απολλώνιο,
 βουτηγμένο στη μαγεία του Φωτός.
ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΑΛΗΘΙΝΟΣ»

Ι. ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ: Ο Ήλιος εβασίλεψε


Γιάννης Μακρυγιάννη: 
Ο ΗΛΙΟΣ ΕΒΑΣΙΛΕΨΕ ΕΛΛΗΝΑ ΜΟΥ
«Τότε έκατζε ο Γκούρας και οι άλλοι 
και φάγαμεν ψωμί· τραγουδήσαμεν 
κ’ εγλεντήσαμεν. 
Με περικάλεσε ο Γκούρας κι’ ο Παπακώστας 
να τραγουδήσω·  ότ’ είχαμεν τόσον καιρόν 
οπού δεν είχαμεν τραγουδήση - 
τόσον καιρόν, οπού μας έβαλαν οι ’διοτελείς
και γγιχτήκαμεν 

διά να κάνουν τους κακούς τους σκοπούς. 
Τραγουδούσα καλά. Τότε λέγω ένα τραγούδι:

Ο Ήλιος εβασίλεψε,
-Έλληνα μου, βασίλεψε-
και το Φεγγάρι εχάθη
κι ο καθαρός Αυγερινός 
που πάει κοντά την Πούλια,
τα τέσσερα κουβέντιαζαν 
και κρυφοκουβεντιάζουν.
Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει,
 γυρίζει και τους κρένει:

«Εψές οπού βασίλεψα πίσω από μια ραχούλα,
άκ' σα γυναικεία κλάματα...
 κι αντρών τα μοιργιολόγια
γι' αυτά τα 'ρωικά κορμιά... 
στον κάμπο ξαπλωμένα,
και μες στο αίμα το πολύ... 
είν' όλα βουτημένα.
Για την πατρίδα 
πήγανε στον Αδη... τα καημένα».

Ερμηνεια: Χρήστος Λεοντής - Χορωδία