Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σινόπουλος Τάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σινόπουλος Τάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Tάκης Σινόπουλος: καιόμενος


κ α ι ό μ ε ν ο ς
Κοιτάχτε... μπήκε στη φωτιά!

είπε ένας από το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα.
Ήταν στ’ αλήθεια αυτός 
που απόστρεψε το πρόσωπο, 
όταν του μιλήσαμε.
Και τ ώ ρ α... κ α ί γ ε τ α ι.
Μα... δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί.
Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου 
φτιαγμένος να παραξενεύομαι.
Π ο ι ο ς... είναι τούτος 
που αναλίσκεται... περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο... 
δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή.
Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά... μην την ανακατεύεις,
μου είπαν.
Όμως... ε κ ε ί ν ο ς... 
καίγονταν μονάχος.... Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν
τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν Ή λ ι ο ς....

Στην εποχή μας όπως και
σε περασμένες εποχές
Ά λ λ ο ι... είναι μέσα στη φωτιά
κι άλλοι... χειροκροτούνε.

Ο ποιητής  μ ο ι ρ ά ζ ε τ α ι  στα δυο.
Τάκης Σινόπουλος

Σάββατο 25 Απριλίου 2015

Τ. ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ - ΕΛΠΗΝΩΡ


ΕΛΠΗΝΩΡ
Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε
όχι ο πιο γέροντας: 
Κοιτάχτε ο Ελπήνωρ πρέπει να ‘ναι εκείνος.
Εστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. 
Παράξενο πως θυμηθήκαμε
αφού είχε η μνήμη ξεραθεί 
σαν ποτάμι το καλοκαίρι.
Ήταν αυτός ο Ελπήνωρ 
πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια
τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς
σκαλίζοντας την άμμο μ΄ ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Και τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή:
 Ελπήνορα
Ελπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ΄ αυτή τη χώρα;
Είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο 
μπηγμένο στα πλευρά τον περσινό χειμώνα
 κι είδαμε στα χείλη σου το αίμα πηχτό
καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου 
δίπλα στου σκαρμού το ξύλο.
Μ΄ ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψανε 
στην άκρη του γιαλού
ν΄ ακούς τ΄ ανέμου το μουρμούρισμα 
το ρόχθο της θαλάσσης.
Τώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; 
Πώς βρέθηκες σ΄ αυτή τη χώρα
τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;
Δε γύρισε να δει. Δεν άκουσε. 
Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω.
Το φως σκάβοντας ακατάπαυστα
 βαθούλωνε τη γη.
Η θάλασσα τα κυπαρίσσια τ΄ ακρογιάλι 
πετρωμένα σ΄ ακινησία θανατερή. 
Και μόνο αυτός ο Ελπήνωρ
που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή 
μές στα παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος απ’ την πίκρα 
της παντοτινής του μοναξιάς
με τον ήλιο να πέφτει 
στα κενά των στοχασμών του
σκαλίζοντας τυφλός την άμμο 
μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα
σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά
στον αδειανό χωρίς φτερά 
χωρίς ηχώ γαλάζιο αιθέρα.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ: Ο Επιζών


Αρκαδία VII - Ο Επιζών

Ω! που είναι, ω!
Σε ποια κατηφοριά
με το κεφάλι στ' ανοιχτά
σαγόνια του ήλιου,
μέ χέρια καί μέ πόδια φαγωμένα
απó τη λύσσα του ήλιου.

Ω! που είναι, ω!
τα παιδιά μου τά πανύψηλα,
ο πατέρας μου ο άσπρος κι ό πανύψηλος.
Κι η μάνα μου
που είναι άσπρη και πανύψηλη.

Ω! που είναι, ω!
Σέ ποια κατηφοριά
με το κεφάλι στ' άνοιχτά
σαγόνια του ήλιου.
Κι εγώ που είμαι,
σε ποια χώρα, σε ποια γή,
πάνω απ' τη γη
σε ποια βουνά που καίνε,
το μάτι ακοίμητο
παραμονεύοντας μες απ' τα ξερολίθαρα.

Ακούγοντας τα βήματα και το μουρμούρισμα,
ακούγοντας το μουρμούρισμα και την προσταγή
ακούγοντας το πείσμα και την έπαρση
τη μεταμέλεια ακούγοντας
και την άλλη φωνή
πιο ήσυχη, πιο σίγουρη.

Ω! που είναι, ω!
Θρύψαλα από γυαλί σκορπισμένα
σε τούτα ή σε κείνα τα βουνά. 
Κουρέλια και χαρτιά σαπίζοντας
σε τούτα ή σε κείνα τά βουνά.

Άσπροι πανύψηλοι,
φωνάζοντας χωρίς φωνή
κι εγώ που είμαι,
κι εγώ που είμαι, ω!
Παραμερίζοντας ένα δάσος αράχνες
ξεφεύγοντας
ολοένα γυρίζοντας
σ' ένα δάσος με τύμπανα, επιμένοντας
η φωνή μου ν' ακουστεί
σε τούτες τις εποχές
χτυπώντας και χτυπώντας
πόρτες, παράθυρα που κλείσανε
τούτες τίς έποχές
με πρόσωπο ερευνητικό
αναγγέλλοντας τη νύχτα
που υπάρχει μέσα στη νύχτα
καθώς υπάρχει ο σπόρος μες στη γη,
η χόβολη στο κάρβουνο
καθώς υπάρχει ο φόβος κι ο καημός
μες στη φωνή του ανθρώπου.
Στίχοι Τάκης Σινόπουλος
Μουσική Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία Μαρία Φαραντούρη

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ: Απολογισμός



Α π ο λ ο γ ι σ μ ό ς


Τι μας περίσσεψε απ΄ το σκηνικό; 

Το κάθισμα και τ΄ άλλο κάθισμα, 
η απότομη στροφή του αέρα.
...Ή, ας πούμε, ο μακαρίτης ήλιος
με τα τζάμια του και τα πουλιά του.
Πως προχωρούμε και συγκατανεύουμε, 
Ναι, θα συναντηθούμε κάποτε, 
θα σε θυμάμαι….
Ο,τι μετακινείται, 
ό,τι περνάει δίχως ν΄ ακούγεται, 
μόλις ακούγεται... μέσα στις λέξεις.
Μεταστροφές, επαναλήψεις, 
χάσματα, η παραίτηση, 
προπάντων η παραίτηση.
Εκείνο που έφυγε δίχως να φύγει, 
ο τοίχος ανασαίνει, 
η π έ τ ρ α.. έχει σ κ ι ά, 
τ΄ α γ κ ά θ ι.. έχει φεγγάρι,
ο φτωχός θησαυρός απροστάτευτος 
απ΄ τα δόντια του δάσους,
Η μικρή ξ ε χ α σ μ έ ν η κοιλάδα 
στη σκάφη της σ ι ω π ή ς, 
με μια στάλα μαύρο νερό.
Τι νομίζεις λοιπόν…. 
π ω ς... μας έχει απομείνει;


ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
από τις «ΠΕΤΡΕΣ» (1972)

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ: ΑΝ




ΑΝ

Απ’ το πρωί ο άνεμος ξεκάρφωνε τον ουρανό.
Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε
ανάμεσα στα ερείπια.
Αν το πρόσωπό σου, το πρόσωπο ασπίδα.
Και το σύν
νεφο εκείνο κι ο τόπος τοπίο,
και τα μάτια σου στρέ
φοντας ξαφνικά
δεν είχαν σκοτώσει την εικόνα που
κοίταζαν λίγο πιο πριν.
Αν το χέρι σου ήταν.
Αν τα μάτια σου.
Αν το χέρι σου.
Αν η λέξη που πήγες να πεις.
Λοιπόν όλη τη μέρα ο άνεμος.
Όλη τη νύχτα οι στάχτες της φωτιάς σου.


ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ: Κι ένα Πρωί





κι ένα πρωί

Το δέντρο το πρωί που ξύπνησα 

ήταν όλο πράσινο,
Τόσο πολύ τ’ α γ ά π η σ α 
που ανέβηκε στον ουρανό.
Κι ε κ ε ί.. ήρθανε τα πουλιά, 
της ευφροσύνης, του ήλιου,
Γιόμισαν τον τόπο με φτερά 
και χρώματα, περλακαμοί
Κι άλλα παράξενα, σειράδες, 
τσιλαμήθρες, σκόρτσοι
Και νυφούλες και,
Δώρα του Θεού, 
χαρούμενα πουλιά, 
σπαθίζοντας
συνέχεια το γλαυκό.

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

από το... «Νεκρόδειπνος»

Σάββατο 26 Απριλίου 2014

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ: Απολογισμός


Τι μας περίσσεψε απ΄ το σκηνικό; 

Το κάθισμα και τ΄ άλλο κάθισμα, 

η απότομη στροφή του αέρα.

...Ή, ας πούμε... ο μακαρίτης Ήλιος

με τα τζάμια του και τα πουλιά του
.
Πως προχωρούμε ..και συγκατανεύουμε, 

Ναι, θα σ υ ν α ν τ η θ ο ύ μ ε κάποτε, 

θα σε θυμάμαι…
.
Ο,τι μετακινείται, 

ό,τι περνάει δίχως ν΄ ακούγεται

μόλις ακούγεται... μέσα στις λέξεις.

Μεταστροφές.. επαναλήψεις, 

χάσματα... η παραίτηση, 

π ρ ο π ά ν τ ω ν... η παραίτηση.

Εκείνο που έφυγε... δίχως να φύγει, 

ο τοίχος α ν α σ α ί ν ε ι, 

η π έ τ ρ α έχει σ κ ι ά, 

τ΄ αγκάθι έχει φ ε γ γ ά ρ ι,

ο φτωχός θησαυρός απροστάτευτος 

απ΄ τα δόντια του δάσους,

Η μικρή ξεχασμένη κοιλάδα 

στη σκάφη της σ ι ω π ή ς, 

με μια στάλα... μαύρο νερό.

Τι νομίζεις λοιπόν…. 

πως μας έχει απομείνει;

Τάκης Σινόπουλος

από τις «ΠΕΤΡΕΣ» (1972)

Τρίτη 26 Απριλίου 2011


ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ

Λάμψε ήλιε πανύψηλε

της προπατορικής Ελλάδας,

λάμψε εδώ·

...σε τούτη τη στιφή αγκαλιά της στάχτης.

Λαβωμένο φως να λούσει

τη θρησκεία του σώματος

και την πικρή σου ανάμνηση, ήλιε.

‘Ηλιε βασάνισε τον ισκιερό κατήφορό της,

όπου πυρώνουν δόντια της παραφοράς,

όπου αναζούν οι καθαρές κινήσεις

των μαστών των πράσινων,

στην περιφέρεια του αδυσώπητου φιλιού,

στον κύκλο αυτής της τρομερής γυμνότητας.

Λ ά μ ψ ε Ήλιε.. των νεκρών ποιητών.


Αχτιδοφόρος ήλιος της Ελλάδας

είναι τώρα εδώ,

στον πείσμονα αρνητή της μαρτυρίας του χρόνου,

στον ηττημένο από τη μέθη του κακού παραμυθιού.

Πάνω στα κέρδη λάμπει τα πολύτιμα,

πάρα πολύ πικρά, που δεν υπάρχουν.


Ηλιε, λ ά μ ψ ε

Ήλιε της φανταστικής Ε λ λ ά δ α ς,

η πολυάνεμη,

η κόμη αυτή π ο λ υ ά ν ε μ η

που κατεβαίνει ως τις ρωγμές του σώματος

βαθύσκιωτη ανεμίζοντας,

σκεπάζει ένα κεφάλι λευτεριάς κι’ οδύνης.


Ω, καθάρισε

της ανηφορικής Ε λ λ ά δ α ς Ήλιε,

την άμπωτη τη σκοτεινή της νύχτας του αίματος,

τις ανεξήγητες φωνές των προπατόρων,

ω του θανάτου αχτίδα αστραφτερή

στέμμα βαρύ της μνήμης μου Ή λ ι ε,

πάνω σ’ αυτό το σώμα που μονάχο αμύνεται,

χλοερές κοιλότητες μα πέτρινα

τα μέλη, αστείρευτοι οι μηροί.

Λ ά μ ψ ε.. Ήλιε της νεκρής Ελένης.


Η σάρκα αποχαιρέτησε την έκσταση.

Αιώνια κύματα σαρώνουν την ασήκωτη καρδιά.

Σώμα έρημο περίλυπο μέσα στην κάψα του ήλιου·

κι’ εδώ στα δώματα η κραυγή

μυρίζει ακόμα τον έρωτα.

Γαρύφαλλα, γαρύφαλλα κηρύχνουν

άλλη μια φορά μια ματωμένη α ν ά σ τ α σ η.


Το πρόσωπο - αίνιγμα του πάθους ξαναγύρισε.

‘Η λ ι ε ,

λ ά μ ψ ε  Ήλιε των μηρών των ξάστερων

της ζωντανής Ελένης,

Ω, μετέωρο πνεύμα, δικαιοσύνη του φωτός

πυρπόλησε το κέντρο το νωπό

των τρομερών κοιλάδων

κι’ ας ζήσει μόνο ο Λ ό γ ο ς ο γυμνός

που ξέρει ποιες παραισθήσεις

ποια όνειρα.. ποιες αναμνήσεις αθεράπευτες

ποια δίψα.. μ’ έφερε ως εδώ,

τον έρωτα να δέσω

και το ποίημα τούτο το παράφορο

με την νεκρήν Ελένη



Τάκης Σινόπουλος