Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υannis Ritsos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υannis Ritsos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Γιάννης Ρίτσος: Η Δροσιά τ'ουρανού


Η δροσιά τ’ ουρανού.. στο μέτωπό σου

οι αντιφεγγιές της θάλασσας.. στα μάτια σου.

Περπάτησες βαθιά.. βαθιά στα φύκια

περπάτησες ψηλά.. ψηλά στα σύγνεφα.

Ψάρια κι αστέρια.., σπόροι και πουλιά

είπαν τα μυστικά τους.. στη σιωπή σου.

Δεν ξέρεις να τα ξαναπείς.

Φυλάς το μυστικό τους.. μες στα μάτια σου


Γ. Ρίτσος

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

31. Ο Χρόνος - Μαρία Δημητριάδη



Ο ΧΡΟΝΟΣ


Καθένας μας έχει στους ώμους του

Την κούραση δώδεκα ωρών από πέτρα

Την δίψα δώδεκα ωρών από ήλιο

Τον πόνο τόσων χρόνων

Την απόφαση μιας ολόκληρης ζωής



Είναι σκληρός ο αγώνας μητέρα

Μα είναι πολλά τα αδέρφια μας

Είναι πολλά τα παιδιά σου μητέρα

Μη πικραίνεσαι

Με τις μεγάλες πέτρες στον ώμο μητέρα

Ανηφορίζοντας τον θάνατο

Μεγάλες πολιτείες θα χτίσουμε μητέρα

Μην πικραίνεσαι


Γιάννης Ρίτσος

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Γιάννης Ρίτσος


"ΟΛΗ η Ζωή είναι μια ΕΥΧΗ για την ΑΘΑΝΑΣΙΑ

έτσι λίγο λίγο Πραγματώνεται μέσα από την Τέχνη

αυτή η Παγκόσμια Ευχή... μπορούμε να  πούμε

ότι εκπληρώνεται κατα κάποιον τρόπο αυτή

η ΕΠΙΘΥΜΙΑ της  ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ"

Γιάννης Ρίτσος

Σάββατο 25 Απριλίου 2009

Γιάννης Ρίτσος


Το ΣΒΗΣΜΕΝΟ ΦΑΝΑΡΙ
θα'θελα - λέει- ν'αφήσω
στον καθένα σας αυτό το βλέμμα
του ήρεμου θαυμασμού
μπροστά στο λιόγερμα.
Θα'θελα ακόμη να σας αφήσω
τα περίλυπο άκουσμα
της έρημης φωνής του ιχθυοπώλη
στα πρωινά του Ιουλίου
και το βόμβο της μέλισσας
μέσα σ'ένα τριαντάφυλλο
ή το άηχο «ΑΧ» μιας λευκής πεταλούδας
πλάι στο μωβ λουλούδι.
Περισσότερο απ'όλα θα'θελα
να σας αφήσω τον τρόπο
της αλλαγής των χρωμάτων
προς το ασήμι και το ρόδινο
όταν η πόρτα κλείνει
και σκοτεινιάζουν τα δωμάτια
κι ωστόσο οι καθρέφτες διατηρούν
ανέπαφη την εικόνα της θάλασσας,
γι'αυτό γαλανίζουν τα σεντόνια
στο μεγάλο γαμήλιο κρεβάτι των νεκρών.
Θα'θελα αλλά τούτη την ώρα
με πρόλαβε ο Αόρατος,
ο Πανταχού και Πάντοτε Παρών,
μου'σβησε το φανάρι
και πια δα βλέπω ούτε να δείξω τίποτα
κι ούτε να περπατήσω.
Γιάννης Ρίτσος

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ
(απόσπασμα)
Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά.
Είχανε κλείσει ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν κάτου απ'το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο.
Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν στα νερά τη σκιά τους κι ήτανε σαν αγάλματα μικρά της ερημιάς και της γαλήνης. Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.
Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο. Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα. Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι που ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν. Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν. Γι'αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε.. κρυφά με το φεγγάρι.
Γιάννης Ρίτσος

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

Γ. Ριτσος: Ποίηση και Εικόνα

«Ποίηση και Εικόνα»
του Γ. Ρίτσου

Αυτές οι πέτρες έχουν ζωγραφιστεί οι περισσότερες στην εξορία. Στην τελευταία μου εξορία, στη Γυάρο. Και γιατί; Γιατί δεν υπήρχε καθόλου ζωγραφικό υλικό. Ούτε δυνατότητα να προμηθευτούμε υπήρχε, ούτε από την άλλη μεριά η δυνατότητα να πραγματοποιήσουμε ζωγραφική. Ένα χαρτί μας το’ παιρναν και μας το’ σκιζαν. Έτσι καταφύγαμε στο πιο αθώο και το πιο άφθονο υλικό που υπήρχε. ‘Ολες οι ακρογιαλιές ης Ελλάδας και οι πιο δύσβατες, είναι γεμάτες πέτρες. Κι έτσι είχαμε άφθονο υλικό… Αυτό κράτησε χρόνια και χρόνια. Και ύστερα στο Παρθένι της Λέρου κι ύστερα όταν έφυγα στην εξορία κι ύστερα όταν ήμουν κατ’ οίκον περιορισμό εδώ στο Καρλόβασι της Σάμου, συνέχισα αυτή τη δουλειά. Έτσι, στην περίοδο της εξορίας οι πέτρες ήταν φιλικές προσφορές, που μας έδωσαν τη χαρά να μπορούμε να εκφραστούμε. Και τις πέτρες δεν μπορούσαν ούτε να τις κρύψουν ούτε να τις κομματιάσουν ούτε να τις πετάξουν. Άλλωστε οι παραστάσεις που έφτιαχνα πάνω στις πέτρες δεν ήταν ενοχοποιητικές γι’ αυτούς. Δεν έδειχνα σκηνές βασανιστηρίων, ούτε σκηνές σκληρές, αγροίκες, αλλά έδειχνα ωραία πρόσωπα νεανικά κοριτσιών και αγοριών και πολλά γυμνά -ανθρώπινο σώμα- αντιπαραθέτοντας στην αγριότητα, στη σκληρότητα, στη βία στην καταπίεση, την πίστη ότι υπάρχει ο έρωτας, υπάρχει η ομορφιά, υπάρχει η ζωή. Αυτό δεν το καταλάβαιναν οι εχθροί, ότι έκανα μιαν αντίσταση, μια μάχη μ’ αυτόν τον τρόπο και μάλιστα την περισσότερο αποτελεσματική γιατί δεν άφηνα τους ανθρώπους ν’ απελπιστούν. Η ζωγραφική αυτή πάνω στην πέτρα, η ομορφιά που αναδεικνυόταν απ’ αυτές τις πέτρες έλεγαν: « Παρόλ’ αυτά η ζωή αξίζει για να τη ζήσουμε και αξίζει να πολεμήσουμε, ν’ αγωνιστούμε για να την φτιάξουμε καλύτερη να τη χαίρεται όλος ο κόσμος». Αυτή ήταν πάντα η προσπάθεια είτε το’ ξερα είτε δεν το’ ξερα, είτε το’ θελα είτε δεν το’ θελα, αυτή ήταν η λειτουργία της τέχνης μου…

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

Ειρήνη
Στον Κώστα Βαρνάλη
Τ' όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.
Τ' όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ' τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.
Ο πατέρας που γυρνάει τ' απόβραδο
μ' ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ' ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ' οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού
που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.
Όταν οι ουλές απ' τις λαβωματιές
κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους πού σκαψαν οι οβίδες
φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές πού καψε η πυρκαϊά
δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κ' οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους
και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι η μυρωδιά του φαγητού το βράδι,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκίνητου
στο δρόμο, δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρα
σημαίνει ουρανός,
γιορτάζοντας τα μάτια μας,
με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα
κ' ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ' άλλο
λέγοντας: το φως, το φως, το φως,
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως
είναι η ειρήνη.
Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται
να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει
από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα
τότε που τ' ανοιξιάτικο φεγγάρι
βγαίνει απ'το σύννεφο
όπως βγαίνει απ' το κουρείο της συνοικίας
φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο
είναι η ειρήνη.
Τότε που η μέρα που πέρασε
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς
μέσα στο βράδι κ' είναι μια κερδισμένη μέρα
κ' ένας δίκαιος ύπνος τότε που νιώθεις πάλι
ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ' τις γωνιές του χρόνου
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι οι θυμωνιές των αχτίνων
στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ' αλφαβητάρι της καλοσύνης σταγόνα
τα της αυγής.Όταν λες: αδελφέ μου --
όταν λέμε: αύριο θαχτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.
Τότε που ο θάνατος πιάνει
λίγο τόπο στην καρδιά
κ' οι καμινάδες δείχνουν
με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής
κι ο προλετάριος είναι η ειρήνη.
Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό. Τίποτ' άλλο
δεν είναι η ειρήνη.
Και τ' αλέτρια που χαράζουν
βαθειές αυλακιές σ' όλη τη γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ' άλλο. Ειρήνη.
Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα
είναι η ειρήνη.
Αδέρφια μου, μες στην ειρήνη
διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόσμος
με όλα τα όνειρά του.
Δώστε τα χέρια, αδέρφια μου,
αυτό 'ναι η ειρήνη.
του Γιάννη Ρίτσου (1953)

Παρασκευή 25 Απριλίου 2008

Γιάννης Ρίτσος

Η ΣΟΝΑΤΑ του ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ
Γιάννης Ρίτσος
" ...Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.
Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής.
Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο: -Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα. Άφησε με να έρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι άυλη τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του. Άφησε με να έρθω μαζί σου..... Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα, κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε, γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν, κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου, κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα, μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους, δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου, (δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου).
Άφησε με να έρθω μαζί σου Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησε με να έρθω μαζί σου.... Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε, τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό, οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ' τα γόνατά της ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα. Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει - μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι, πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω στο στιλβωτήριο της γωνίας, ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα, τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό.
Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια, όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο, τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί ή να σκουπίζω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου, ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.... Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι ν' απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες - 8, 16, 32, 64, - κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια, (συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, - κι οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σου λεγα για την πολυθρόνα ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο, μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις; - έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα τ' άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο.
Εδώ κάθισαν άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε, και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι. Άφησε με να έρθω μαζί σου...
click^

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2008

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ


ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’τα ξένα βήματα, αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο..................... Questi alberi non si adattano nella mancanza di cielo, queste pietre non si adattano sotto passi nemici questi volti si adattano solo al Sole queste anime si adattano solo alla giustizia............................... (trad. Lunapiena)

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2007

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

................................................ Mikis Theodorakis - Romiosini (part 2, live) ............................................ Mikis Theodorakis - Romiosini (part 3, live)
..................................... Se ne è andata ogni cosa. E' rimasta solo questa grande calma. E questa sensazione straordinaria: che niente è andato perduto, niente si perde. Tra questi volti,
tutti familiari e amati,
è rimasto solo il tuo volto. Yannis Ritsos