Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νοσταλγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νοσταλγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Κώστας Χατζής - Ο καλύτερος μου φίλος


Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ
Μουσική: Κώστας Χατζής
Στίχοι: Σώτια Τσώτου
Πρώτη εκτέλεση: Κώστας Χατζής 

Είχα, που λες, κι εγώ έναν φίλο
έναν αλήτη γέρο σκύλο
έναν αλήτη γέρο σκύλο
που μου τον πήρε το εκατό.

Έξω πολλά σκυλιά γυρίζουν
κάτι σκυλιά που δεν γαβγίζουν
κάτι σκυλιά που δεν γαβγίζουν
και περπατούν στα δυο.

Ψεύτικε ντουνιά 
τι απονιά κρύβεις και τι πόνο
γύρω μου πολλοί
κι ένα σκυλί μ’ αγαπούσε μόνο.

Είχα, που λες, κι εγώ έναν φίλο
που τα σκυλιά τον λέγαν σκύλο
που τα σκυλιά τον λέγαν σκύλο
γιατί του έλειπε η μιλιά.

Του ‘λεγα τα παράπονά μου
πόσο ματώσαν την καρδιά μου
πόσο ματώσαν την καρδιά μου
τα δίποδα σκυλιά.

Από τον δίσκο «Συνάντηση»
που κυκλοφόρησε το 1987 από την Polygram.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

Ο. ΕΛΥΤΗΣ: Άνεμος της Παναγιάς


Άνεμος της Παναγίας
Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας 
τον έρημο Α ύ γ ο υ σ τ ο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. 
Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης... με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε 
μεσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!
Ώρα της νύχτας! 
Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς 
των σιωπηλών της δέντρων
Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια 
στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από... 
την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. 
Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά 
την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου 
κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή 
στον άνεμο της Παναγίας!


 «Η Παναγία η Παντοχαρά»
τάμα του Ελύτη στη Σίκινο.

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Lunapiena:Στο Πετρωμένο Δάσος


Πέτρωσε το δάσος..
στην αγκαλιά της λάβας,
μα πριν πετρώσει έκλαψε,
για την καμμένη Γη..
μαργαριτάρι... το δάκρυ.. 
που φώλιασε δειλά δειλά 
στην αγκαλιά του κοχυλιού..
θαμμένο μες στην άμμο...

Πέτρωσε το δάσος..
της Μέδουσας το βλέμμα..
σαν αντίκρισε..
ηχώ το βήμα του Περσέα
στης μέρας το λυκόφως..

Βελλεροφόντης ο έρωτας..
κουτσός.. επαίτης...
νίκησε ύπουλα..  την χίμαιρα
τον αποπλάνησε.. η περιέργεια 
κι έχασε.. τον κλεμμένο Πήγασο 
σπάσαν.. της έμπνευσης τα φτερά 
στο πετρωμένο δάσος
γυρεύει χρόνια.. τη ζωή..

μα όλα τριγύρω... σιωπή
Φοβήθηκαν το δάκρυ..

Lunapiena


Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

Ν. ΚΑΡΟΥΖΟΣ: ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΕΚΤΟΣ



Θ έ λ ω... να φτάσω στην καρδιά σου.
Ποτίζω με δάκρυα τη γη
μετά τόσους καιρούς
ολοήμερα κ΄ εγώ.
Σ ή μ ε ρ α... το να είσαι ά ν θ ρ ω π ο ς
ζ υ γ ί ζ ε τ α ι... με τα δάκρυα,
Ζητώ μια ν έ α γραφή.... για το μέσα κόσμο.
Π ά σ χ ω... για ένα χαμόγελο του πλησίον
ε λ ε ύ θ ε ρ ο... από όλα τα αισθήματα.
Θ έ λ ω... να φτάσω στην καρδιά σου,
ε κ ε ί... που το χαμόγελο πλέκεται
με το φως του ήλιου,
δίχως ρίζα πουθενά.

Κύριε.. απ΄ τα μαύρα νέφη του χειμώνα
κι΄ απ΄ τις εικόνες των ναών,
απ΄ τα ολόχρυσα στάχυα των κάμπων
και απ΄ της θάλασσας το έρεβος,
από κάθε ο μ ο ρ φ ι ά... να ε γ ε ρ θ ε ί ς
μ΄ ευθεία ορμή προς την καρδιά του,
γιατί μες΄ στη δική μου καρδιά
ποτέ δε θα σε συναντήσει.
Μην επικαλείσαι τον π ό ν ο, αδελφέ μου,
ό τ α ν... δεν έχεις μ υ σ τ ή ρ ι ο.. στη θέληση.
Δ ε ί ξ ε μου... το μ έ σ α πράγμα.
Δεν είναι... να τεντώσουμ΄ ένα τόξο στη ζωή,
δεν είναι... να μιλήσουμε σε γλώσσα πολέμου.
Έχασες... το παιχνίδι του πόνου
αν μείνεις
μες΄ στων δισταγμών... τα παγερά φώτα.
Ωστόσο, κ ρ ά τ η σ ε.. στην ψυχή σου... την α γ ά π η.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ: Ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.
Γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1926 στο Ναύπλιο. Το 1944, 
18 ετών, μετά το τέλος του Γυμνασίου εντάσσεται στην Ε.Π.Ο.Ν 
To 1945 μπαίνει στη Νομική Σχολή Αθηνών, ένα χρόνο μετά 
τον Ιούνιο του 1946, γλιτώνει από σύλληψη και εκτέλεσή του..
Την επόμενη χρονιά εξορίζεται στην Ικαρία για πέντε μήνες. 
Το 1951 υπηρετεί τη θητεία του στη Μακρόνησο 
και το 1953 εξορίζεται και πάλι... στη Μακρόνησο.
Έφυγε απ'τη Ζωή.. σαν Σήμερα στις 28 Σεπτέμβρη του 1990.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Jacques Prèvert: Αυτός ο Έρωτας..


 Αυτός ο Έρωτας..
τόσο βίαιος, τόσο εύθραυστος,
τόσο τρυφερός, τόσο απελπισμένος
Αυτός... ο Έρωτας..
Ό μ ο ρ φ ο ς.. όπως η μέρα
Κακός... όπως ο χρόνος,
όταν ο χρόνος.. είναι κακός

Αυτός ο Έρωτας... τόσο αληθινός
Αυτός ο Έρωτας... τόσο ωραίος
Τόσο ευτυχισμένος..
Τόσο χαρούμενος...
Τόσο ασήμαντος.. που τρέμει από φόβο
σαν ένα παιδί.. μες στο σκοτάδι
Τόσο σίγουρος για τον εαυτό του
σαν... ένας ήρεμος άνθρωπος
στη καρδιά της νύχτας,

Αυτός ο Έρωτας
που τρόμαζε τους άλλους
και τους έκανε να μιλούν και να χλωμιάζουν..
Αυτός ο Έρωτας
που τράβαγε τα βλέμματα
γιατί εμείς τον προσέχαμε..
τον καταδίωξαν, τον πλήγωσαν, τον ποδοπάτησαν
γιατί εμείς τον διώξαμε, τον πληγώσαμε,
τον ποδοπατήσαμε, τον σκοτώσαμε,
τον αρνηθήκαμε, τον διαγράψαμε.

Αυτός ο Έρωτας
που τελικά... παραμένει Ζωντανός..
και τον ασπάζεται ο Ήλιος...
Ε ί ν α ι.... ο δικός σου Έρωτας...
Ε ί ν α ι... η δικός μου Έρωτας..
Είναι ό,τι έχει γίνει...
Πάντα νέος.. δεν αλλάζει ποτέ
Αληθινός... σαν το λουλούδι,
τρέμει σαν το πουλί,
Θερμός σαν το καλοκαίρι..
Εσύ και γώ μπορούμε να ξεχάσουμε
και μετά να ξανακοιμηθούμε..
να ξυπνήσουμε,
να πονέσουμε... να γεράσουμε,
να ξανακοιμηθούμε πάλι
να ονειρευτούμε εφιάλτες,
να ξανανιώσουμε
και ξύπνοι να χαμογελάσουμε,
να γελάσουμε, να χαρούμε..

Ο Έρωτάς μας... αμετακίνητος
Πεισματάρης... σαν το μουλάρι
Ζωντανός.. σαν την επιθυμία
Σκληρός... σαν την μνήμη
Ανόητος.. σαν τα παράπονα
Τρυφερός... σαν την ανάμνηση
ψυχρός... σαν το μάρμαρο
Όμορφος... σαν την μέρα
Εύθραυστος... σαν παιδί
Μας κοιτά... χαμογελώντας
μας μιλά... χωρίς λόγια
και τον ακούω... τρέμοντας.

Είναι κραυγή...
Κραυγή για Σένα
Κραυγή για Μένα!
Σε ικετεύω... για Σένα, για Μένα
για όλους αυτούς που αγαπιούνται
ή που αγαπήθηκαν
Ω! Ναι... μια κραυγή
για μένα.. για σένα..
για όλους αυτούς που δεν γνωρίζω:

Μείνε όπου είσαι!
Μην κουνηθείς..
Μην φεύγεις!
Μείνε όπως ήσουν παλιά..
Μείνε όπου είσαι...
Μην κουνηθείς!
Μην φεύγεις!
Εμείς που αγαπηθήκαμε σ'έχουμε ξεχάσει..
ΕΣΥ μην μας ξεχνάς!

Δεν είχαμε τ ί π ο τ ε άλλο
σ'ολόκληρη τη γη... πέρα από Σένα.
Μην μας αφήσεις... να πεθάνουμε παγωμένοι
Μακρυά... όλο και πιό μακρυά
όπου εσύ θέλεις..
Δος μας... ένα σημείο Ζωής..
Πιο αργά.. πιο αργά μες τη νύχτα
στο δάσος της ανάμνησης.
Πρόβαλε ξαφνικά...
Κ ρ α τ η σ έ μας... απ'το χέρι
Σώσε μας.
Jacques PrèvertΜετάφραση: Lunapiena

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ: Διάλειμμα Χαράς



Διάλειμμα Χαρᾶς
Πεντέλη, ἄνοιξη

Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλοι
 ἐκεῖνο τὸ πρωὶ
θεέ μου πόσο χαρούμενοι.
Πρῶτα γυάλιζαν οἱ πέτρες..
τὰ φύλλα.. τὰ λουλούδια
ἔπειτα ὁ ἥλιος
ἕνας μεγάλος ἥλιος ὅλο ἀγκάθια 
μὰ τόσο ψηλὰ στὸν οὐρανό.
Μιὰ νύμφη μάζευε τὶς ἔννοιές μας 
καὶ τὶς κρεμνοῦσε στὰ δέντρα
ἕνα δάσος ἀπὸ δέντρα τοῦ Ἰούδα.
Ἐρωτιδεῖς καὶ σάτυροι 
παῖζαν καὶ τραγουδοῦσαν
κι ἔβλεπες ρόδινα μέλη 
μέσα στὶς μαῦρες δάφνες
σάρκες μικρῶν παιδιῶν.

Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλο τὸ πρωΐ
ἡ ἄβυσσο κλειστὸ πηγάδι
ὅπου χτυποῦσε τὸ τρυφερὸ πόδι 
ἑνὸς ἀνήλικου φαύνου
θυμᾶσαι τὸ γέλιο του: πόσο χαρούμενοι!

Ἔπειτα σύννεφα βροχὴ 
καὶ τὸ νοτισμένο χῶμα
ἔπαψες νὰ γελᾶς 
σὰν ἔγειρες μέσα στὴν καλύβα
κι ἄνοιξες τὰ μεγάλα σου τὰ μάτια 
κοιτάζοντας τὸν ἀρχάγγελο 
νὰ γυμνάζεται μὲ μία πύρινη ρομφαία-

«Ἀ ν ε ξ ή γ η τ ο» εἶπες «ἀνεξήγητο
δὲν καταλαβαίνω τοὺς  ἀ ν θ ρ ώ π ο υ ς
ὅσο καὶ νὰ παίζουν μὲ τὰ χρώματα
εἶναι  ὅ λ ο ι  τους... μαῦροι».

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ


Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Σπύρος Ποταμίτης: Η Γυναίκα της Σιωπής



Η γυναίκα της σιωπής στα κρύα νερά
της λιμνοθάλασσας θυσιάζει τη γύμνια της.
Σαν ένα άλλο πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι
το τοπίο γερνάει διασώζοντας την καλλονή του.

Ποιος δαίμονας εξαγόρασε την ψυχή της
κι απαστράπτει ολάκερη θηλυκός αρχάγγελος;

Σπύρος Ποταμίτης
4-9-2014

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Μάνος Χατζιδάκις: ΚΡΙΣΗ


ΚΡΙΣΗ

Κρίση την είπαν τη στιγμή

Σαν εκοιμήθης πλάι μου με χάρη

Την ώρα που ξεχύθηκαν μ’ ορμή

Χίλια πουλιά να σκίσουν το φεγγάρι


Κρίση την είπαν την πηγή

Πού πάνε τ’ άστρα να λουστούν το βράδυ

Να πιούν νερό να χτενιστούν στη γη

Και να πλαγιάσουν στης αυλής μου το πηγάδι


Κρίση την είπαν την ορμή

Που φτιάχνει η αγάπη μέσα στο λιβάδι

Κ’ η αναπνοή σου γίνεται στιγμή

Που μ’ ακουμπά τ’ αγέρι του Θεού σαν χάδι


Μάνος Χατζιδάκις, Μυθολογία, 'Υψιλον 1980

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

Μάνος Λοϊζος - Πόσο σ΄ αγαπώ



Νίκος Παπάζογλου - Στιγμές



Είναι κάτι στιγμές,
τρυφερές και λεπτές,
σαν κλωστές τυλιγμένες σ' αδράχτι,
σε γυρνούν απαλά,
σε μεθούν σιωπηρά,
σε γεμίζουν με πείσμα και άχτι...

για όλα αυτά που ζητάς,
για πολλά που πονάς,
για το τίποτε μιας ευτυχίας,
και γυρνάς σαν τρελός,
του καθρέφτη εαυτός,
θύμα-θύτης κακής συγκυρίας.

Πλημμυρίζουν το χθες
μαγεμένες σκιές,
που ξοπίσω μου γράφουν τροχιά,
με κρατούνε θαρρώ
σαν αλήθειες παλιές
σε λαβύρινθο δέσμιο βαθιά.

Είναι κάτι στιγμές,
σα μικρές πινελιές
ζωγραφιάς που δεν έχει τελειώσει,
λείπουν λίγα ακριβά
των χρωμάτων νερά,
για να δώσουν του τόπου τη γνώση.

Για τους κήπους της γης,
για το ροζ της αυγής,
για το κύμα που απόμεινε μόνο,
να χαϊδεύει με αφρούς,
τους πικρούς μας καημούς
και να διώχνει της πίκρας τον πόνο.
 Πολυξένη Βελένη
Μουσική - Ερμηνεία: Νίκος Παπάζογλου

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

ΑΓΧΩΔΗΣ ΕΜΠΕΙΡΑ - Νίκος Καρούζος



Τ’ απόγευμα της Κυριακής
ανοίγω το ραδιόφωνο
σηκώνω το καπάκι της σιωπής.
Ποδόσφαιρο. Χρωματιστές φανέλες.
«Έχουμε φτάσει στο ένατο λεπτό
του πρώτου ημιχρόνου...»
Κατεβάζω το καπάκι.
Πόσο μπορούμε, αλήθεια, να κοιτάζουμε
στην ψυχή μας μέσα ολομόναχοι;
Απολαμβάνω για λίγο
συντριπτική γαλήνη
και ξανανοίγω.
«Την τελευταία στιγμή τρέχει ο Κλάφτης
και κατορθώνει να βοηθήσει την κατάσταση
προσπαθεί να προωθήσει το παιχνίδι
μαρκάρεται όμως απ’ τον Πονεμένο...» -
κλείνω.
Ησυχία με θεόκλειστα παράθυρα.
Ιδεώδης ηρεμία των δευτερολέπτων.
Ανοίγω.
Την άρνηση πνίγω.
«...ένα πλάγιο άουτ υπέρ της Ενώσεως.
Το εκτελεί γρήγορα ο Κλούβας...» -
αλλά ξανακλείνω ζαλισμένος.
Φοβερό καπάκι.
Πυκνότερη σιωπή.
Ανάβω ένα κεράκι
και χαίρομαι την εξουσία μου.
Ο θάνατος εργάζεται εδώ και εκεί.
Ξανανοίγω.
«Κοντρολάρει έξω απ’ τη μεγάλη περιοχή...»
Όλο το γήπεδο σείεται με καταρρακτώδη βροχή.
«...τη μπάλα τώρα έχει ο Γρηγορίδης
και ψάχνει μάταια να βρει συμπαίχτη του...»
Έτσι, στοχάζομαι, προβάλλει η ψυχή
στη ματαιότητα λάμπει.
Τώρα μπερδεύτηκα πια μεσ’ στις φωνές
ουρλιάζουν τα πάντα.
«...ο Πονεμένος σουτάρει από πολύ κοντά
ο Αρχειοφύλαξ αποκρούει...»
Ν’ ανοίξω το παράθυρο
το παράθυρο, το παράθυρο.
Αυτή η ζωή... Αυτή η δύναμη...
Να ’χει στην ίδια δυνατότητα
την ησυχία και το σάλο...
*****
Από τη ποιητική συλλογή: ΠΕΝΘΗΜΑΤΑ – 1969