Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Letteratura. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Letteratura. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Franz Kafka


Αφιέρωμα στον Franz Kafka,
από τους πιο σημαντικούς 
Λογοτέχνες του 20ού αιώνα...
που γεννήθηκε 
στις 3 Ιουλίου 1883 στην Πράγα
«Η Ζωή είναι κάτι περισσότερο... 
από Παιχνίδι υπομονής...»
γράφει στην «Επιστολή προς τον πατέρα»
και στη «ΔΙΚΗ» μεταξύ άλλων σχολιάζει, 
την παράλογη λογική 
των φορέων της αυταρχικής εξουσίας:
«Μπροστά στο Ν ό μ ο... στέκει ένας θυρωρός,
σ' αυτό το θυρωρό έρχεται ένας χωρικός και 
ζητά να μπει μέσα. Μα ο θυρωρός λέει πως 
δεν μπορεί να τον αφήσει τώρα να μπει. 
Ο άνθρωπος συλλογιέται και ύστερα ρωτά...
μ ή π ω ς
 
θα μπορούσε να μπει αργότερα. 
«Ίσως», λέει ο θυρωρός, «Τώρα όμως Οχι»
Η πόρτα είναι ανοιχτή όπως πάντα 
και καθώς παραμερίζει ο θυρωρός, 
σκύβει ο άνθρωπος, για να κοιτάξει μέσα
από την πόρτα. Μόλις το αντιλήφθηκε αυτό 
ο θυρωρός, γελά και λέει: 
«Αν το τραβά η όρεξη σου, δ ο κ ί μ α σ ε να μπεις, 
μ' όλο που σου το απαγόρεψα. 
Πρόσεξε όμως: είμαι δυνατός. 
Και δεν είμαι παρά ο πιο κάτω 
απ' όλους τους θυρωρούς. 
Από αίθουσα σ' αίθουσα 
είναι κι άλλοι θυρωροί,
 ο ένας πιο δυνατός από τον άλλο. 
Τη θέα του τρίτου μόλις, 
ούτ’ εγώ μπορώ να την αντέξω»

Τέτοιες δυσκολίες δεν τις περίμενε ο χωρικός.
Ο Νόμος ωστόσο.... πρέπει να 'ναι στον καθένα 
και πάντα προσιτός, σκέπτεται, και καθώς τώρα 
κοιτάζει προσεχτικά το θυρωρό, τυλιγμένο 
στο γούνινο πανωφόρι του, 
τη μεγάλη σουβλερή του μύτη, 
τη μακριά, αραιή, μαύρη, τατάρικη γενειάδα, 
αποφασίζει να περιμένει καλύτερα... 
ίσαμε να πάρει την άδεια να μπει. 
Ο θυρωρός του δίνει ένα σκαμνί και τον αφήνει 
να καθίσει πλάι στην πόρτα. 
Εκεί δα κάθεται μέρες και χρόνια. 
Κάνει πολλές προσπάθειες 
να του επιτρέψουν να μπει, και 
κουράζει τον θυρωρό με τα παρακάλια του. 
Ο θυρωρός του κάνει συχνά μικρορωτήματα, 
σαν αυτά που κάνουν οι μεγάλοι κύριοι, 
και στο τέλος του λέει ολοένα, 
πως δεν μπορεί ακόμα... να τον αφήσει να μπει. 
Ο άνθρωπος, που ήταν 
καλά εφοδιασμένος για το ταξίδι του, 
τα ξόδεψε όλα, ακόμη κι ό,τι πολύτιμο είχε, 
σε δωροδοκίες για το θυρωρό. 
Εκείνος τα δέχεται όλα και ύστερα λέει: 
«Τα δέχομαι μόνο και μόνο για να μη νομίσεις
πως παρέλειψες τίποτα.»

Όλα αυτά τα πολλά χρόνια ο άνθρωπος
παρατηρεί
 
το θυρωρό σχεδόν αδιάκοπα.
Αποξεχνά τους άλλους
 
θυρωρούς, 
κι αυτός ο πρώτος του φαίνεται το μοναδικό 
ε μ π ό δ ι ο... για να μπει στο Νόμο. 
Καταριέται την κακή τύχη. 
Τα πρώτα χρόνια χωρίς συγκρατημό και δυνατά, 
αργότερα, όσο γεράζει, μουρμουρίζει μόνο. 
Αρχίζει να παιδιαρίζει, και, 
μια και μελετώντας χρόνια το θυρωρό 
γνώρισε και τους ψύλλους του γούνινου γιακά του, 
παρακαλεί και τους ψύλλους να τον βοηθήσουν 
για ν' αλλάξουν τη γνώμη, του θυρωρού.


Τ έ λ ο ς, το φως λιγοστεύει και δεν ξέρει,
 αν γύρω του αλήθεια σκοτεινιάζει, 
ή αν μονάχα τα μάτια του τον απατούν. 
Ωστόσο, αναγνωρίζει τώρα 
μια λάμψη μέσα στο σκοτάδι, 
που ξεχύνεται άσβεστη 
μέσα από του Νόμου την πόρτα. 
Δεν έχει πια πολλή ζωή. 
Πριν από το θάνατο του σμίγουν 
όλες οι π ε ί ρ ε ς.. όλης του της ζωής
 σε ένα ρώτημα, που δεν είχε κάνει 
ως σήμερα στο θυρωρό. 
Του γνέφει, γιατί δεν μπορεί πια ν' ανασηκώσει 
το ξυλιασμένο του κορμί. Ο θυρωρός πρέπει 
να σκύψει πολύ κοντά του, γιατί το ύψος 
του ανθρώπου έχει πολύ αλλάξει.
«Τι θες λοιπόν ακόμα να μάθεις;» ρωτά ο θυρωρός, 
«Είσαι αχόρταγος....»
«Όλοι μάχονται για το Νόμο», λέει ο άνθρωπος, 
π ώ ς τυχαίνει να μη ζητά κανένας άλλος 
εκτός από μένα να μπει;»
Ο θυρωρός νιώθει πως ο άνθρωπος 
αγγίζει κιόλας στο τέλος και,
για να φτάσει την ακοή του που χάνεται, 
ουρλιάζει: 
«Κανένας άλλος δε μπορούσε να γίνει δεκτός εδώ,
 γιατί η είσοδος ήταν για σένα προορισμένη. 
Πηγαίνω τώρα να την κλείσω.»


Μετάφραση Τέα Ανεμογιάννη
από.... Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας - Γ΄ Λυκείου

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

GEORGE GORDON BYRON

ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Τα νησιά της Ελλάδας! ω Νησιά βλογημένα, 

που με αγάπη και φλόγα... 
μια Σαπφώ τραγουδούσε, 
που πολέμων κι ειρήνης δώρα... 
ανθίζαν σπαρμένα, 
που το φέγγος του ο Φοίβος... 
απ’ τη Δήλο σκορπούσε! 
Αχ, ατέλειωτος ήλιος... 
σας χρυσώνει ως τα τώρα, 
μα βασίλεψαν όλα, 
όλα τ’ άλλα σας δώρα!

Και της Χίος τη Μούσα, 

και της Τέως τη λύρα, 
αντρειοσύνης κι αγάπης... 
δοξαρίσματα πρώτα, 
σε άλλους τόπους για φήμη... 
τα μετάφερε η Μοίρα, 
γιατί η μαύρη τους μάνα... 
μήτε αν ζούνε δε ρώτα! 
Κι αντιλάλησαν ξάφνω 
παραπέρα στη Δύση 
απ’ εκεί που ανθίζαν... 
των «Μακάρων αι νήσοι».

Τα βουνά... 

το μεγάλο Μαραθώνα θωράνε,
κι η αθάνατη βλέπει 
τα πελάγη κοιλάδα. 
Εδώ πέρα μονάχος
 συλλογιόμουν πώς να ’ναι 
θα μπορούσε και πάλε... 
μια ε λ ε ύ τ ε ρ η Ελλάδα! 
Γιατί πώς να κοιτάζω 
το Περσάνικο μνήμα, 
και να λέγω πως είμαι της σκλαβιάς... 
κι εγώ θύμα!

Στον γκρεμνό που αντικρίζει... 

τη μικρή Σαλαμίνα, 
μια φορά βασιλέας 
θρονιαζότανε. Κάτου 
δίχως τέλος καράβια 
με τ’ αμέτρητα εκείνα 

μαζευόντανε πλήθη. 

Ήταν όλα δικά του. 
Την αυγή με καμάρι... 
τα μετρούσε εκεί πέρα, 
μα τι γένηκαν όλα... 
σαν εβράδιασε η μέρα!

Πού είν’ εκείνα! 

Πού είναι, 
ω Π α τ ρ ί δ α καημένη! 
Κάθε λόγγος σου τώρα
κι ακρογιάλι ε β ω β ά θ η! 
Των παλιών των ηρώων... 
ένας μύθος δε μένει, 
της μεγάλης καρδιάς τους... 
κάθε χτύπος εχάθη. 
Και τη λύρα σου ακόμα την αφήκες, 
ωιμένα! 
Απ’ τους θείους σου ψάλτες...
 να ξεπέσει σ’ εμένα!

Μέσ’ στον άδοξο δρόμο, 

που μια τύχη με σέρνει, 
με φ υ λ ή που σηκώνει... 
της σκλαβιάς αλυσίδα, 
κάποιο βάλσαμο κρύφιο... 
στο τραγούδι μου φέρνει 
η ντροπή που με πιάνει... 
για μια τέτοια Πατρίδα! 
Και τι να ’χει εδώ άλλο ποιητής 
παρά μόνο 
για τους Έλληνες πίκρα... 
για τη Χώρα τους πόνο!

Πρέπει τάχα να κλαίμε...

 μ ε γ α λ ε ί α χαμένα, 
και ντροπή να μας βάφει... 
αντίς αίμα, σαν πρώτα; 
Βγάλε, ω Γης δοξασμένη, 
απ’ τα σπλάχνα σου 
ένα ι ε ρ ό απομεινάρι... 
των παιδιών του Ευρώτα! 
Απ’ εκειούς τους Τρακόσους... 
τρεις αν έρθουνε, φτάνουν 
άλλη μια Θερμοπύλα... 
στα βουνά σου να κάνουν.

Πώς! Ακόμα σωπαίνουν; 

Πώς! Ακόμα συχάζουν; 
Όχι, όχι!
 Α κ ο ύ γ ω... τις ψυχές απ’ τον Άδη 
σαν ποτάμι που τρέχει μακρινά, 
να φωνάζουν:
«Ένας μ ό ν ο... ας σαλέψει ζωντανός, 
και κοπάδι 
απ’ τη γης αποκάτου 
λεβεντιά ξεκινούμε.
Είναι αυτοί που κοιμούνται· 
εμείς ακόμα σ’ ακούμε!»

Αχ, του κάκου, του κάκου! 

Άλλες λύρες στα χέρια! 
Με Σαμιώτικο τώρα 
το ποτήρι ας γεμίσει. 
Άφηνε αίμα και μάχες... 
για τα τούρκικα ασκέρια, 
και καθένας το αίμα του αμπελιού του
 ας μας χύσει! 
Δες τους! Όλοι ξυπνάνε... 
και πετούν ως απάνω, 
του μικρόψυχου Βάκχου... 
το εγκώμιο σαν κάνω!

Τον Πυρρίχιο χορό σας 

ως τα τώρα βαστάτε 
η Πυρρίχια η «φάλαγξ»...
πού να πήγε, καημένοι! 
Από δυο τέτοια δώρα, 
πώς εκείνο ξεχνάτε, 
που ψυχές αντρειώνει... 
και καρδιές ανασταίνει! 
Και τα γράμματα ακόμα... 
ενός Κάδμου κρατείτε· 
τάχα να ’ταν για σκλάβους... 
τα ψηφιά του θαρρείτε;

Το Σαμιώτικο χύνε στο ποτήρι 

ως τα χείλη! 
Όξω οι λύπες! 
Ελάτε με την πλόσκα γεμάτη! 
Έτσι έ ψ ε λ ν ε... ο θείος Ανακρέοντας, 
φίλοι! 
Σκλάβος ήταν κι εκείνος, 
μα ενός Πολυκράτη. 
Από ξένους τυράννους... 
δεν εγνώριζαν τότες· 
ήταν αίμα δικό τους, 
σαν κι αυτούς πατριώτες.

Τη Χερσόνησο ένας 

μια φορά τυραννούσε, 
μα δ ι α φ έ ν τ ε υ ε πρώτος 
τα καλά, την τιμή της. 
Μ ι λ τ ι ά δ η τον λέγαν. 
Αχ, και πάλε να ζούσε! 
Ένα ας είχε η πατρίδα... 
τέτοιο πάλε παιδί της! 
Βασιλιάς σαν κι εκείνον... 
ποιο λαό δε μαγεύει! 
Βασιλιάς που με αγάπη... 
μοναχή σε δεσμεύει.

Στο ποτήρι μου πάλε 

το Σαμιώτικο χύνε! 
Στο Σουλιώτικο βράχο,
 προς της Πάργας το χώμα, 
γ ε ν ε ά σιδερένια....
 ως τα σήμερα είναι, 
που από μάνες Δωρίδες...
 λες και βγαίνει ακόμα.
Ίσως μένει εκεί πέρα... 
κάποιος σπόρος κρυμμένος,
που θα δείξει αν δεν είναι 
Η ρ α κ λ ε ί δ ι κ ο γένος.

Απ’ τους άπιστους Φράγκους... 

λευτεριά μη ζητάτε! 
Εκεί ζουν ηγεμόνες... 
που πουλούν κι αγοράζουν. 
Με δικό σας τουφέκι και σπαθί...
 π ο λ ε μ ά τ ε! 
Αυτού θά ’βρετ’ ελπίδα...
 κι ό,τι θέλουν ας τάζουν. 
Ζυγός Τούρκου, με Φράγκου πονηριά... 
σαν ταιριάσουν, 
την α σ π ί δ α, όσο να ’ναι δυνατή... 
θα τη σπάσουν.

Με Σαμιώτικο π ά λ ε 

το ποτήρι ας γεμίσει! 
Μέσ’ στον ίσκιο χορεύουν 
οι κοπέλες μας πάλι· 
σαν τα μαύρα τους μάτια... 
δεν είδε άλλα η φύση, 
μα σα βλέπω τη νιότη... 
και τ’ αφράτα τους κάλλη, 
το δικό μου το μάτι... 
το θολώνει μια στάλα, 
που για σκλάβους το θένε...
 τω βυζιών τους το γάλα!

Στου Σουνίου θα καθίσω... 

το μαρμάρινο βράχο, 
σύντροφό μου το κύμα...
του Αιγαίου θα κάνω, 
αυτό εμένα ν’ ακούγει... 
κι εγώ εκείνο μονάχο, 
κι εκεί απάνω σαν κύκνος... 
με τραγούδι ας πεθάνω. 
Δε σηκώνει η ψυχή μου σκλάβα Γη! 
Χτύπα κ ά τ ω 
της σκλαβιάς το ποτήρι... 
κι ας πάει να ’ναι γεμάτο!

Τζωρτζ Γκόρντον Μπάυρον

Μετάφραση: Αργύρης Εφταλιώτης

Thomas Sterns Eliot


Τόμας Στερνς Έλιοτ
Εκεί ψηλά στην κορυφή της σύγχρονης Ποίησης, 
συναντάς το μέγεθος της σκέψης και του στοχασμού, 
το βάθος του πνεύματος και το μεγαλείο της ψυχής, 
του Μεγάλου Ποιητή της σύγχρονης Λογοτεχνίας.
Γεννήθηκε σαν Σήμερα στις 26 Σεπτέμβρη του 1888...

Δεν θα πάψουμε να ε ξ ε ρ ε υ ν ο ύ μ ε
Κι όλης μας της εξερεύνησης το τέλος
Θα είναι να φθάσουμε ε κ ε ί... που ξεκινήσαμε
Και να γνωρίσουμε... για πρώτη φορά τον τόπο.
Μέσα από την άγνωστη πύλη, που ξαναθυμόμαστε
Όταν το τελευταίο που έμεινε στη γη να ανακαλύψουμε 
Είναι α υ τ ό... που ήταν η αρχή· 
Στην π η γ ή... του πιο απέραντου ποταμού
Η φ ω ν ή... του κρυμμένου καταρράκτη
Και τα π α ι δ ι ά... μέσα στη μηλιά
Που δεν τα ξέραμε... γ ι α τ ί δεν ψάξαμε γι’ αυτά
Αλλά τ’ ακούσαμε, τα μισοακούσαμε, στη σιγαλιά
Ανάμεσα σε δυο κύματα της θάλασσας.
Γρήγορα τώρα, ε δ ώ, τώρα, π ά ν τ α –
Μια κατάσταση τέλειας α π λ ό τ η τ α ς...
(Που δεν στοιχίζει λιγότερο από τα πάντα)
Και όλα θα πάνε καλά και
Το καθετί θα πάει καλά
Όταν οι γλώσσες της φλόγας θα διπλωθούν
Μες στο στεφανωμένο κόμπο της φωτιάς
Κι η φωτιά και το ρόδο... θα γίνουν ένα....

(Τέσσερα κουαρτέτα, «Little Gidding”, Τ. Σ. Έλιοτ, 
εκδ. Ίκαρος, Μετ. Έφη Αθανασίου)

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Rainer Maria Rilke


«...Εμείς ό μ ω ς χρονοτριβούμε, 
περήφανοι που ανθίζουμε και εισβάλουμε 
στον όψιμο πυρήνα του τελικού καρπού μας
Π ρ ο δ ο μ έ ν ο ι...
Σε ελάχιστους η ορμή της δράσης 
φουντώνει τόσο έντονα
που ήδη περιμένουν και φ λ έ γ ο ν τ α ι 
στα βάθη της καρδιάς τους
Όταν ο πειρασμός της άνθησης, 
σαν απαλή νυχτερινή πνοή
Αγγίζει το νεανικό τους στόμα
Αγγίζει τα βλέφαρα τους:
Μόνο σε  ή ρ ω ε ς... ίσως και σ'αυτούς 
που είναι γραφτό να φύγουν πρόωρα...
Αυτοί... ορμούν  α δ ί σ τ α κ τ ο ι: 
μπροστά κι από το ίδιο το χαμόγελο τους....
Παράξενα κοντά είναι ο ήρωας 
σε όσους πέθαναν νέοι. 
Η διάρκεια... Δεν τον προκαλεί. 
Ανάδειξη του είναι η  ύ π α ρ ξ η.
Αδιάκοπα αποσπάται 
και περνά στον  α σ τ α θ ή  αστερισμό
του  μ ό ν ι μ ο υ  κινδύνου του. 
Εκεί λίγοι θα τον έβρισκαν...»

απόσπασμα από την 6η ελεγεία από τις...
"Ελεγείες του Ντουίνο"

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Μπ. Μπρεχτ: Ιστορίες του κ. Κόϋνερ...:


Αυτός πού υπηρετεί το σκοπό του

Ό κ. Κ. έβαλε τα παρακάτω ερωτήματα:
Κάθε πρωί ό γείτονάς μου 
ακούει μουσική από ’να γραμμόφωνο.
-Γ ι α τ ί ακούει μουσική; 
-Γιατί γυμνάζεται,
καθώς μαθαίνω.
 
-Και γ ι α τ ί γυμνάζεται; 
-Γιατί τού χρειάζεται δύναμη,
καθώς μου λένε.
 
-Καλά, και γ ι α τ ί του χρειάζεται ή δύναμη; 
-Γιατί πρέπει να νικήσει 
τούς εχθρούς του στην πόλη, 
καθώς λέει. 
-Γ ι α τ ί πρέπει να νικάει τούς εχθρούς του; 
-Γιατί θέλει να φάει, 
καθώς μαθαίνω.

Όταν ό κ. Κ. τ’ άκουσε όλα αυτά, 
ότι δηλαδή ο γείτονάς του 
άκουγε μουσική για να γυμνάζεται, 
γυμναζόταν για να είναι δυνατός, 
ήθελε να ναι δυνατός 
για να νικάει τούς εχθρούς του, 
νικούσε τούς εχθρούς του για να τρώ­ει, 
έβαλε τούτο το ερώτημα:
-Καλά, γ ι α τ ί τρώει;

Μπ. Μπρεχτ, Ιστορίες του κ. Κόϋνερ: Οργάνωση



Ό κ. Κ. είπε κάποτε: 

Α υ τ ό ς πού σ κ έ φ τ ε τ α ι... 
δεν ξοδεύει 
ο ύ τ ε... μια σταλιά φως παραπάνω, 
ο ύ τ ε... ένα κομμάτι ψωμί παραπάνω, 
ούτε... μια σκέψη παραπάνω.

Μπ. Μπρεχτ: Ιστορίες του κ. Κόϋνερ


Για την α λ ή θ ε ι α
Στον κ. Κ., το στοχαστή, πήγε ο μαθητής Τιφ
 και του είπε:
-Θέλω να μάθω την αλήθεια. 
-Ποιαν αλήθεια; 
Θ έ λ ε ι ς... να μάθεις την αλήθεια 
για το εμπόριο των ψαριών;
Ή μήπως θέλεις να μάθεις την αλήθεια 
για το φορολογικό σύστημα; 
Αν μαθαίνοντας την αλήθεια 
για το εμπόριο των ψαριών 
πάψεις να πληρώνεις α κ ρ ι β ά... 
τα ψάρια τους, 
τότε... δε θα σου πουν π ο τ έ την αλήθεια, 
είπε ο κ. Κ.

Μπ. Μπρεχτ, Ιστορίες του κ. Κόϋνερ


Η σ ο φ ί α... είναι αποτέλεσμα της σ τ ά σ η ς.
Ε π ε ι δ ή όμως... 
δεν είναι και στόχος της στάσης, 
δεν μπορεί να παρακινήσει κανένα
 στο να μιμείται τη στάση.
Εσείς δεν τρώτε όπως εγώ. 
Αν όμως φάτε με το δικό μου τρόπο 
θα σας ωφελήσει.
Αυτό που λέω τώρα: 
ότι οι πράξεις ξεκινάνε από τη στάση, 
ίσως να ’ναι έτσι. 
Για να γίνει όμως έτσι... πρέπει πρώτα 
να βάλετε... σε τ ά ξ η τις ανάγκες.
Συχνά, είπε ο στοχαστής, 
βλέπω ότι έχω τη στάση του πατέρα μου. 
Ποτέ όμως δεν κάνω 
τις ίδιες πράξεις με τον πατέρα μου. 
Γ ι α τ ί  ενεργώ διαφορετικά; 
Γιατί οι α ν ά γ κ ε ς... είναι διαφορετικές. 
Βλέπω όμως ότι η σ τ ά σ η... 
κρατάει περισσότερο από τον τρόπο δράσης: 
α ν τ ι σ τ έ κ ε τ α ι... στις ανάγκες.

Είναι μερικοί άνθρωποι 
που δεν μπορούν να ενεργήσουν 
παρά μονάχα μ’ έναν τρόπο... αν δεν θέλουν... 
να χάσουν την α ξ ι ο π ρ έ π ε ι ά τους.
Γι’ αυτό, επειδή δεν μπορούν 
να συμβαδίσουν με τις ανάγκες χάνονται εύκολα. 
Μα εκείνος που έχει μια δική του στάση  
μπορεί να κάνει πολλά... 
δ ί χ ω ς... να χάσει την αξιοπρέπειά του.



Από το βιβλίο: Μπ. Μπρεχτ, Ιστορίες του κ. Κόϋνερ 
– η διαλεκτική σαν τρόπος ζωής, εκδόσεις Θεμέλιο

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

HERMANN HESSE: ΣΙΝΤΑΡΤΑ


Ο Σιντάρτα είπε: 

«Τί μπορώ να σου πω εγώ, σεβάσμιε;

Μ ή π ω ς... πως αναζητάς υπερβολικά; 

Πως η αναζήτηση... σ’ εμποδίζει να βρεις;»

«Μα πώς;» ρώτησε ο Γκοβίντα
.
«Ό τ α ν... κάποιος ζητάει», είπε ο Σιντάρτα, 

«συμβαίνει συχνά να μη βλέπουν τα μάτια του... 

παρά μόνο το πράγμα που ζητάει, 

σ υ μ β α ί ν ε ι... να μην είναι ικανός να βρει τίποτα, 

επειδή σκέφτεται πάντα... μόνο αυτό που ζητάει
,
ε π ε ι δ ή... έχει ένα σκοπό,

 επειδή κατέχεται από τον σκοπό. 

Ζ η τ ά ω θα πει: έχω ένα σκοπό

Β ρ ί σ κ ω όμως σημαίνει: είμαι ε λ ε ύ θ ε ρ ο ς,
 
στέκομαι α ν ο ι χ τ ό ς... δεν έχω κανένα σκοπό. 

Εσύ, σεβάσμιε, είσαι κατά πάσα πιθανότητα 

πραγματικά ένας αναζητητής, 

αφού, επιδιώκοντας το σκοπό σου... 

δεν βλέπεις μερικά πράγματα 

που είναι εμπρός στα μάτια σου.."


..απόσπασμα από το βιβλίο "Σιντάρτα" του Έρμαν Έσσε