Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Edgar Allan Poe


Όνειρο Μέσα σ’ ένα όνειρο

Δέξου το φιλί αυτό στο μέτωπο!
Και, φεύγοντας μακριά σου τώρα,
Έτσι άφησέ με να ομολογήσω-
Ότι δεν έχεις άδικο, εσύ που θεωρείς
Ότι οι μέρες μου υπήρξαν ένα όνειρο:
Κι όμως κι αν η ελπίδα έχει πετάξει μακριά
Σε μια νύκτα, ή σε μια μέρα,
Μέσα σε μια οπτασία, ή σε καμιά
Είναι ως εκ τούτου λιγότερο χαμένη;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
Δεν είναι παρά ένα όνειρο μέσα σ’ ένα όνειρο.

Στέκομαι μεσ' το βρυχηθμό
Μιας κυματοδαρμένης ακτής,
Και μεσ' το χέρι μου κρατώ
Κόκκους απ’ τη χρυσαφένια άμμο-
Πόσο λίγοι! Κι όμως πώς γλιστρούν
Μεσ’απ’τα δάκτυλα μου προς την άβυσσο,
Ενώ θρηνώ- ενώ θρηνώ!
Ω Θεέ! Δεν μπορώ να τους συγκρατήσω
Με μια πιο σφιχτή λαβή;
Ω Θεέ! Δεν μπορώ να γλιτώσω
Μονάχα έναν απ’ το ανηλεές κύμα;
Είναι όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
μόνο ένα όνειρο μέσα σ’ ένα όνειρο.

Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Γιώργος Χειμωνάς


Με βιασύνη εμπιστεύομαι τις ιδέες μου,
μη με προλάβουν πράγματα φοβερά.
Τις εμπιστεύομαι σε ανθρώπους
 που δεν με προσπέρασαν
Γιατί ζωή είναι οι άλλοι.
και η ζωή είναι όταν οι άλλοι σε ακουμπάν.
γιατί η ψυχή φροντίζει για ό,τι είναι ανοιχτό
και το λυπάται και πάει όλα να τα κλείσει
να τα χωρέσει μέσα της και να τα προστατεύσει.
Γιατί η ψυχή μας είναι το παν
και ο νους μια κούφια και βέβηλη πράξη.

Γ. Χειμωνάς

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Γιάννης Ρίτσος, Ιούνιος μήνας


Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας –
άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι
ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,
μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη
καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι.

Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους.
Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει.
Ένα πουλί ξύπνησε.
Το ποτάμι κυλούσε.

Τότε ακριβώς, ο πιο μεγάλος έκανε μια κίνηση
σα ν’ άπλωνε τον ουρανό πάνου στα γόνατά του
κι άρχισε να ράβει τ’ αστέρια στη θέση τους
όπως ράβει ο φυλακισμένος τα κουμπιά στο σακάκι του.

(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, Προσχέδια, τ. 3ος, Κέδρος)

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Κώστας Βασιλάκος - Λόγια Δραπέτες


Άνεμοι δραπέτες

Ανέμους ,
δραπέτες του Νοτιά
θα αιχμαλωτίσω,
και θα τους λευτερώσω 
να σου ανταριάσουν
τη ζωή,
όταν αυτή θα κινδυνεύει
στην μπουνάτσα να χαθεί.

 Εάλω

Έδεσαν τις ανώνυμες κραυγές
από στερήσεις και νοήματα.
Ελευθέρωσαν τ’ άγρια ένστικτα,
να νιώθει το φοβισμένο πλήθος
ασφαλές με φύλακες ανομίας.

Επέβαλαν στις γενιές την απραξία,
σαν απόταξη στο περιθώριο του χρόνου.
Περηφανεύτηκαν οι αριθμοί
σε μια ανυπαρξία από λέξεις. 
απώθησαν τη σκέψη σε περιδίνηση 
μακάριας ησυχίας.

Κι ήρθαν κενοί στοχασμοί
να ξαναχτίσουν ιδέες και οράματα 
με σημαίες δανεικές και υλικά
πεπαλαιωμένα.

Και μας ευλόγησαν οι ψευδοπροφήτες 
με τα φραγγέλια.
Και ξαναμίλησαν για πίστη 
οι παλιές εικόνες, που δοξάστηκαν 
εν τη απουσία τους.

Πρόβαλε ξανά η αρωγή 
από φυγάδες θεούς, όταν μίκρυναν 
οι επίγειοι θρόνοι τους.
Σείστηκε η ψυχή και διαταράχτηκε 
η ισορροπία της πλάσης.

Εάλω η ζωή μου, μετά των ληστών
και των σωτήρων, στις συναντήσεις
των στιγμών με την Ιστορία.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΣ