Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Jimmie Begay: Εμείς και η Γη

Αναγεννησιακή Τοιχογραφία Βατικανού

Εμείς και η Γη... οφείλουμε να είμαστε 

σ ύ ν τ ρ ο φ ο ι... με ίσα δικαιώματα. 
Εκείνο που πρέπει.. ν'ανταποδώσουμε στη Γη 
είναι τόσο απλό.. και την ίδια στιγμή τόσο δύσκολο... 
όπως είναι ο Σ ε β α σ μ ό ς. 

^
Noi e la Terra dovremmo essere
compagni con uguali diritti. 
Quello che noi rendiamo alla Terra 
puo' essere una cosa cosi' semplice 
e allo stesso tempo cosi' difficile 
come il r i s p e t t o.

Jimmie Begay - Indiano Navajo
Μετάφραση Lunapiena

Walt Whitman: O Captain! my Captain!


αφιερωμένο στον... Abraham Lincoln

Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! 
Το φοβερό τ α ξ ί δ ι μας έχει τελειώσει·
Το πλοίο βάσταξε κάθε βιτσιά, 
το έπαθλο που αποζητήσαμε... το έχουμε σηκώσει·
Το λιμάνι είναι κοντά, ακούω τις καμπάνες, 
συνεπαρμένο κόσμο,
Ενώ τα μάτια τους ακολουθούν τη σταθερή καρίνα,
το σκάφος βλοσυρό και θαρραλέο:

Μα ω καρδιά! καρδιά! καρδιά!
Ω οι αιμοσταγείς στάλες του κόκκινου,
Εκεί στη γέφυρα που ο Καπετάνιος μου ξαπλώνει
Πεσμένος κρύος και νεκρός.

Ω Καπετάνιε! Καπετάνιε μου!
Ορθώσου... κι άκου τις καμπάνες·
Ορθώσου – για σένα τη σημαία κυματίζουν –
για σένα η σάλπιγγα ηχεί·
Για σένα ανθοδέσμες... και μετάξινα στεφάνια
– για σένα στις ακτές μαζεύονται τα πλήθη·
Σένα ζητούν... οι μάζες οι παλλόμενες,
στρέφοντας τα ανυπόμονα πρόσωπά τους·

Να Καπετάνιε! πατέρα αγαπημένε!
Το χέρι αυτό κάτω από το κεφάλι σου·
Όνειρο είναι... πως πάνω στο κατάστρωμα,
Είσαι πεσμένος κρύος και νεκρός.

Ο Καπετάνιος μου... δε μ' απαντά,
τα χείλη του ακούνητα κι ωχρά·
Ο πατέρας μου... το χέρι μου δε νιώθει,
σφιγμό δε θα 'χει πια... ποτέ ξανά·
Το πλοίο έδεσε άγκυρα... σώο και αβλαβές,
η πλεύση του... ανήκει πια στο χθες·
Από ταξίδι φοβερό.. το π λ ο ί ο νικητής,
εισπλέει με σκοπό επιτυχή·

Πανηγυρίστε, ω ακτές, χτυπάτε, ω καμπάνες!
Όμως εγώ... με πάτημα θρηνητικό,
Γυρνώ τη γέφυρα... που ο Καπετάνιος μου ξαπλώνει
Πεσμένος κρύος και νεκρός.

Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου

Αθανάσιος Χριστόπουλος - Η ΘΕΛΗΣΗ




«Πλούτον δεν θέλω... δόξαν δεν θέλω

ούτ΄εξουσίαν... ποτέ καμίαν. 


Τούτες οι κρύες οι φαντασίες

όσο ευφραίνουν... τόσο πικραίνουν.


Θέλω Ειρήνην... ψυχής γαλήνην

χορούς ερώτων... τρέλες και κρότον.


Θέλω τραγούδια... κήπους, λουλούδια

και χωρατάδες... στες πρασινάδες.


Τούτα λατρεύω... τούτα ζηλεύω

κι εις τούτ΄απάνω... θέλ' ν΄αποθάνω»

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Edgar Allan Poe: Το Κοράκι

Το Κοράκι 

Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα
κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο
μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.
"Κανένας ξένος", σκέφτηκα "οπού χτυπά τη πόρτα,
              τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ' άλλο".

Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν.
Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα
να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο,
για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη
όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει
                                      για πάντα ούτε όνομα.

Και τ' αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες
με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς,
και για να πάψει τ' άγριο το χτύπημα η καρδιά μου
σηκώθηκα φωνάζοντας: "Θα είναι κάποιος ξένος
όπου ζητά να κοιμηθεί έδω στη κάμαρά μου
            αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι".

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο,
"Κύριε" είπα, "ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε,
γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος,
ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα"
κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα
           σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ' άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο
κι "Ελεονόρα" μοναχά ακούγονταν η ηχώ
από τη λέξη που 'βγαινε απ' τα ανοιχτά μου χείλη.
                  Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ' άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα,
άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα.
"Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι,
ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο,
ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω,
                 θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ' άλλο.

'Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν' αμφιβάλλει λίγο,
επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
                Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ' άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
"Χωρίς λοφίο", ρώτησα, "κι αν είν' η κεφαλή σου
δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ' όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ' όνομά σου!"
          Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από 'δω και πια".

Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί
ν' ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα
αν κι η μικρή απάντηση που μου 'δωσε δεν ήταν
καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα,
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη
απάνω από τη πόρτα σου να λέει:
                                               "Ποτέ πια".

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
δεν είπε άλλη λέξη πια σα να 'ταν η ψυχή του
από τις λέξεις: "Ποτέ πια", γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
"Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να 'ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις".
          Μα το πουλί απάντησε: "Ποτέ από δω και πια".

Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου 'πε
πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω.
"Σίγουρα" σκέφτηκα, "αυτό που λέει και ξαναλέει
θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ' το τραγούδι
που θα 'λεγεν ολημερίς και του 'καμε να λέει
λυπητερά το "Ποτέ πια" για τη χαμένη ελπίδα".

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ' έφερε γέλιο
κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του
και βυθισμένος σ' όνειρα προσπάθησα να έβρω
τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
το άχαρο, τ' απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις:
                                                   "Ποτέ Πια!".

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι
που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας,
εκεί όπου η αγάπη μου δε θ' ακουμπήσει
                                                             πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να 'ταν μυρωμένος
από 'να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι
και Σεραφείμ το κούναγαν και τ' αλαφρά τους πόδια
ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
"Ναυαγισμένε" φώναξα, "αναβολή σου στέλνει
με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη
για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα.
Πιες απ' το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
εκείνην όπου χάθηκε". Και το Κοράκι είπε:
                                   "Ποτέ από δω και πια!".

Είπα: "Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων
είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ
είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε,
αλλ' άφοβε, στον κόσμο αυτόπου κατοικεί ο Τρόμος,
πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο
της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία;
Πες μου!", μα κείνο απάντησε:
                                       "Ποτέ από δω και πια!".

"Προφήτη", είπα, "δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ' ορκίζω,
που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
πες μου αν στον Παράδεισο θε ν' αγκαλιάσω κείνη,
εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα";
Και το κοράκι απάντησε:
                                         "Ποτέ από δω και πια!".

"Ας γίν' η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις",
εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του.
"Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα
ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας
ούτ' ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν' αφήσεις
ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας
βγάλ' απ' τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που 'χεις μπήξει
και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!"
Και το Κοράκι απάντησε:
                                        "Ποτέ από δω και πια!".

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
και τ' αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
να βγει απ' τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
που φαίνεται στο πάτωμα.
                                      Ποτέ από δω και πια!

Μετάφραση: Κώστας Ουράνης

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΛΛΗΝΑΣ ΛΟΓΙΟΣ  (1772-1847)
(Πολιτικός συγγραφέας, φιλόσοφος, γιατρός, νομοθέτης,
ανώτατος δικαστής, μεταφραστής αρχαίων κειμένων, 
φιλόλογος και θεατρικός συγγραφέας),
 έμεινε στην πνευματική Ιστορία της Ελλάδας
 κυρίως ως δεξιοτέχνης στιχοπλόκος και λυρικός ποιητής.

 Υπήρξε μια πολυσύνθετη προσωπικότητα, που σημάδεψε
με την παρουσία του.. την εξέλιξη των νεοελληνικών γραμμάτων
από τα τέλη του 18ου έως τα μέσα του 19ου αιώνα.

Γεννήθηκε τον Μάιο του 1772 στη Καστοριά,
πολύ νεαρός όμως, κατέφυγε στις παραδουνάβιες ηγεμονίες,
όπου με την ηθική στήριξη του Αλέξανδρο Μουρούζη
και κατόπιν του Ιωάννη Γεώργιο Καρατζά, κατάφερε
 να συνεχίσει τις σπουδές εκείνες, που ταίριαζαν
 στο ανήσυχο πνεύμα του και τα ενδιαφέροντά του, 
που απλώνονταν από την ιατρική, τη χημεία και τη φυσική... 
ως τη φιλολογία, τη νομική και την ποίηση.

Έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και επέστρεψε 
στην Ελλάδα, πριν από την Επανάσταση του Εικοσιένα,
 με στόχο την προώθηση των ιδεών της Φιλικής Εταιρείας.

Πέθανε σαν Σήμερα 19 Ιανουαρίου 1847 στη γη της Βλαχίας,
όπου και έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ: Μη με γυρέψεις αλλού..


“Εγώ δεν είμαι μόνο 
αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός.. που θα’ πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου 
κ ά π ο υ... τη χρωστάω
αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει... μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι -
Θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά 
που πλάθουν το δικό μου;
Θα βρεις τις πατημασιές μου
μες σε μυριάδες χνάρια;
Θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου 
μες τη ροή του πλήθους;

Είμαι κι ό,τι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι -
τα πεθαμένα μου κύτταρα, 
οι πεθαμένες πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια.. να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ό,τι δεν έχω γίνει ακόμα -
μέσα μου σφυροκοπάει 
η σκαλωσιά του μέλλοντος.
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω-
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν 
οι εχθροί απαγορεύουν.

Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα ε δ ώ... να με γυρέψεις
μόνο σε μένα.” 

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ: ..το πεδίο της Μνήμης


"...Πιστεύω ότι το πεδίο της μ ν ή μ η ς 
είναι το πεδίο στο οποίο διεξάγεται 
ένας αδυσώπητος π ό λ ε μ ο ς
και ότι υπάρχουν πολλαπλές δυνάμεις
που προσπαθούν να οικειοποιηθούν τη μνήμη μας. 

Από την άλλη πλευρά, 
υπάρχει ο κ ί ν δ υ ν ο ς της καθήλωσης
στα παρωχημένα γεγονότα
και της λήθης των πρόσφατων.
Αυτός είναι ένας μεγάλος κ ί ν δ υ ν ο ς...
 και για την κοινωνία:
να ξ ε χ ν ά, δηλαδή, τι συμβαίνει σ ή μ ε ρ α. 

Όσο αναγκαία είναι, λοιπόν, 
η μνήμη του παρελθόντος
άλλο τόσο, αν όχι περισσότερο αναγκαία είναι....
η μ ν ή μ η του π α ρ ό ν τ ο ς…"

Τίτος Πατρίκιος
Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 18-11-2000