Σάββατο 26 Απριλίου 2008

Borís Leonídovič Pasternàk

Borís Leonídovič Pasternàk
(1890-1960)
Ρώσος ποιητής και συγγραφέας, ο οποίος αρνήθηκε για πολιτικούς λόγους το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1958. Τα πρώτα το ποιήματα εξέδωσε το 1912. Έκανε πολλές μεταφράσεις ποιημάτων, κυρίως του Σαίξπηρ που αγαπούσε πολύ, στα ρώσικα, Το μυθιστόρημα που τον έκανε γνωστό ήταν "Δόκτωρ Ζιβάγκο" που εκδόθηκε στην Ιταλία το 1957.
«Ο Κήπος της Γεσθημανή»
Παραιτήθηκε χωρίς έχθρα,
σαν να γύριζε δανεισμένα πράγματα,
τα θαύματά Του και τη δύναμή Του.
Και τώρα, ήταν θνητός σαν εμάς.
***
Βλέπεις την προέλαση των αιώνων,
σαν την πορεία προς Εμμαούς.
Μπορεί ν’ ανάψει τις καρδιές στο δρόμο.
Λόγω της φοβερής μεγαλοσύνης
που υπάρχει στο εθελούσιο μαρτύριο,
κατεβαίνει μέχρι τον τάφο.
"Κατεβαίνω στον τάφο
και στην Τρίτη μέρα «αναστήσομαι»...
Και σαν τις σχεδίες που πλέουν στο ποτάμι,
έτσι σε μένα για την κρίση,
όπως οι μαούνες στη σειρά,
οι αιώνες, από το σκοτάδι,
θα έρχονται παρασυρμένοι…
Boris Pasternak

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ

Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον, ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος, τότε τὸν Ἅδην ἐνέκρωσας, τὴ ἀστραπὴ τῆς θεότητος, ὅτε δὲ καὶ τοὺς τεθνεώτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον. Ζωοδότα Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοί».
«Όταν κατέβηκες στο βασίλειο του θανάτου, Εσύ που είσαι η αθάνατη Ζωή,
νέκρωσες τον άδη με τη λάμψη της Θεότητάς Σου.
Όταν ανέστησες από τα βάθη της γης τους πεθαμένους,
όλες οι ουράνιες Αγγελικές Δυνάμεις εφώναζαν:
Δόξα σ’ Εσένα Χριστέ, ο Θεός μας, που δίνεις τη ζωή».
*********
«Σήμερον ὁ ᾅδης στένων βοᾷ· Κατελύθη μου ἡ ἐξουσία·
ἐδεξάμην θνητόν ὥσπερ ἕνα τῶν θανόντων·
τοῦτον δέ κατέχειν ὅλως οὐκ ἰσχύω,
ἀλλ᾽ ἀπολῶ μετά τούτου ὧν ἐβασίλευον·
ἐγώ εἶχον τούς νεκρούς ἀπ᾽ αἰῶνος,
ἀλλά οὗτος ἰδού πάντας ἐγείρει.
Δόξα, Κύριε, τῷ σταυρῷ σου καί τῇ ἀναστάσει σου».
"Σήμερα ὁ ἅδης στενάζοντας βοᾶ: Ἡ ἐξουσία μου καταλύθηκε·
δέχτηκα μέσα μου θνητόν σάν ἕναν ἀπ᾽ αὐτούς πού πεθαίνουν·
αὐτόν ὅμως δέν ἔχω διόλου τή δύναμη νά κρατήσω,
ἀλλά μαζί του θά χάσω κι αὐτούς πάνω στούς ὁποίους βασίλευα·
ἐγώ εἶχα στήν ἐξουσία μου τούς νεκρούς, πού πέθαιναν ἀπό τήν ἀρχή,
ἀλλά νά, αὐτός ἀνασταίνει τούς πάντες.
Δόξα, Κύριε, στό σταυρό καί τήν Ἀνάστασή σου."
************
«Ταὶς Μυροφόροις Γυναιξί, παρὰ τὸ μνῆμα ἐπιστάς, ὁ Ἄγγελος ἐβόα.
Τὰ μύρα τοὶς θνητοὶς ὑπάρχει ἁρμόδια,
Χριστὸς δὲ διαφθορὰς ἐδείχθη ἀλλότριος».
«Ο άγγελος, που είχε σταθεί κοντά στο μνήμα είπε στις μυροφόρες γυναίκες:
Τα αρώματα ταιριάζουν στους θνητούς.
Ο Χριστός είναι τελείως ξένος προς τη φθορά.
********************
".........Ο απόστολος Παύλος λέει:
«Ο Κύριος μάς λύτρωσε απ’ την υποδούλωσή μας στο σκοτάδι και μάς μετέφερε στο βασίλειο της αγάπης του».
Και το πιο σπουδαίο είναι ότι ασχολήθηκε με το γεγονός αυτό ο Ίδιος ο βασιλιάς, τη στιγμή που κανένας άλλος βασιλιάς δεν καταδέχτηκε να κάνει κάτι παρόμοιο, αλλά δίνει εντολή στους υπηρέτες του να ελευθερώσουν τους φυλακισμένους. Εδώ όμως δεν συνέβη έτσι, αλλά ήρθε ο Ίδιος ο βασιλιάς στους φυλακισμένους και δε ντράπηκε ούτε τη φυλακή ούτε τους φυλακισμένους. Γιατί ήταν αδύνατο να ντραπεί το πλάσμα Του. Και συνέτριψε τις πύλες και διέλυσε τους μοχλούς και κυριάρχησε στον Αδη και εξαφάνισε όλη τη φρουρά και, αφού συνέλαβε δέσμιο τον δεσμοφύλακα (τον θάνατο), επανήλθε σ’ εμάς. Ο τύραννος μεταφέρθηκε αιχμάλωτος, ο ισχυρός δεμένος. Ο ίδιος ο θάνατος πέταξε τα όπλα του και έτρεξε άοπλος και δήλωσε υποταγή στο βασιλιά. Είδες τι αξιοθαύμαστη νίκη; Είδες τα κατορθώματα του σταυρού;
Να σου πω και κάτι άλλο πιο αξιοθαύμαστο; Αν μάθεις με ποιον τρόπο νίκησε ο Χριστός, ο θαυμασμός σου θα γίνει μεγαλύτερος. Με τα όπλα δηλαδή που νίκησε ο διάβολος, με τα ίδια τον υπέταξε ο Χριστός. Αφού του άρπαξε (ο Χριστός) τα όπλα του, με εκείνα τον κατετρόπωσε. Και άκουσε πώς; Παρθένος, ξύλο και θάνατος ήταν τα σύμβολα της ήττας μας. Παρθένος ήταν η Εύα, γιατί δεν είχε γνωρίσει ακόμα τον άνδρα της. Ξύλο ήταν το δέντρο και θάνατος η τιμωρία του Αδάμ. Αλλά να, και πάλι Παρθένος και ξύλο και θάνατος, αυτά τα σύμβολα της ήττας, έγιναν σύμβολα της νίκης. Γιατί αντί της Εύας έχουμε τη Μαρία, αντί του ξύλου της γνώσεως του καλού και του κακού, το ξύλο του σταυρού, και αντί του θανάτου ως τιμωρία του Αδάμ, το θάνατο του Χριστού. Βλέπεις ότι ο διάβολος νικήθηκε με τα όπλα που νίκησε άλλοτε; Τον Αδάμ πολέμησε ο διάβολος και τον νίκησε κοντά στο δέντρο, τον διάβολο νίκησε ο Χριστός πάνω στο σταυρό. ......Το ξύλο επίσης την πρώτη φορά έκρυψε τον αιχμάλωτο που ήταν γυμνός, τη δεύτερη έδειχνε σ’ όλους γυμνό το νικητή (το Χριστό) που ήταν κρεμασμένος ψηλά. Και ακόμη, ο πρώτος θάνατος (του Αδάμ) καταδίκασε κι όλους εκείνους που γεννήθηκαν μετά από αυτόν, ενώ ο δεύτερος (του Χριστού) ανάστησε κι εκείνους ακόμη που έζησαν πριν από Εκείνον. «Ποιος μπορεί να περιγράψει με λόγια τη δύναμη του Κυρίου;
Από νεκροί που ήμασταν, γίναμε αθάνατοι. Αυτά είναι τα κατορθώματα του σταυρού." Έμαθες για τη νίκη; Έμαθες με ποιον τρόπο επιτεύχθηκε; Δες τώρα πώς επιτεύχθηκες χωρίς κόπο. Δεν βάψαμε τα όπλα μας στο αίμα, δεν παραταχθήκαμε σε θέση μάχης, δεν τραυματιστήκαμε, ούτε είδαμε κανέναν πόλεμο, κι όμως νικήσαμε. Αγωνίστηκε ο Κύριος και μεις στεφανωθήκαμε. Επειδή λοιπόν είναι και δική μας η νίκη, ας ψάλλουμε όλοι σήμερα σαν στρατιώτες ύμνο επινίκιο:
«Κατανικήθηκε ο θάνατος και κατατροπώθηκε.
Πού είναι θάνατε η νίκη σου;
Πού είναι Αδη το κεντρί σου;»
Αγ. Ιωάννης, ο Χρυσόστομος

Παρασκευή 25 Απριλίου 2008

Αι Γενεαί Πάσαι....

«Αι γενεαί πάσαι...»
Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη Ταφή σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.
Καθελών του ξύλου, ο Αριμαθείας,
εν τάφω σε κηδεύει.
Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίωμεν τω Κτίστη.
Ους έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν, κατά του ευεργέτου.
Ιωσήφ κηδεύει, συν τω Νικοδήμω, νεκροπρεπώς τον Κτίστην.
*********
Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον,
πού έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου,
πώς πάθος κατεδέξω;
Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα,
λίαν πρωί ελθούσαι.
Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα,
ελέησον τον κόσμον.
Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε,
αξίωσον σους δούλους.
***********
«Η ζωή εν τάφω...»
Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ,
και Αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην.
Η ζωή πώς θνήσκεις; πώς και τάφω οικείς;
του θανάτου το βασίλειον λύεις δε
και το Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.
Μεγαλύνομέν σε, Ιησού Βασιλεύ,
και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου,
δι ών έσωσας ημάς εκ της φθοράς.
Μέτρα γης ο στήσας, εν σμικρώ κατοικείς,
Ιησού παμβασιλεύ, τάφω σήμερον,
εκ μνημάτων τους θανόντας ανιστών.
Ο Δεσπότης πάντων καθοράται νεκρός
και εν μνήματι καινώ κατατίθεται,
ο κενώσας τα μνημεία των νεκρών.
Δακρυρρόους θρήνους επί σε η Αγνή,
μητρικώς, ω Ιησού, επιρραίνουσα, ανεβόα˙
Πώς κηδεύσω σε, Υιέ;
Προσκυνώ το Πάθος, ανυμνώ την Ταφήν,
μεγαλύνω σου το κράτος φιλάνθρωπε,
δι' ων λέλυμαι παθών φθοροποιών.
Οίμοι φως του Κόσμου! Οίμοι φως το εμόν!
Ιησού μου ποθεινότατε έκραζεν,
η Παρθένος θρηνωδούσα γοερώς.
Ανυμνούμεν Λόγε, σε τον πάντων Θεόν,
συν Πατρί και τω Αγίω σου Πνεύματι
και δοξάζομεν την θείαν σου Ταφήν.
Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε αγνή, και τιμώμεν την ταφήν
την τριήμερον του Υιού σου και Θεού ημών πιστώς.
click^

Γιάννης Ρίτσος

Η ΣΟΝΑΤΑ του ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ
Γιάννης Ρίτσος
" ...Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.
Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής.
Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο: -Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα. Άφησε με να έρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι άυλη τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του. Άφησε με να έρθω μαζί σου..... Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα, κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε, γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν, κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου, κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα, μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους, δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου, (δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου).
Άφησε με να έρθω μαζί σου Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησε με να έρθω μαζί σου.... Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε, τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό, οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ' τα γόνατά της ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα. Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει - μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι, πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω στο στιλβωτήριο της γωνίας, ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα, τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό.
Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια, όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο, τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί ή να σκουπίζω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου, ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.... Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι ν' απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες - 8, 16, 32, 64, - κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια, (συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, - κι οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σου λεγα για την πολυθρόνα ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο, μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις; - έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα τ' άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο.
Εδώ κάθισαν άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε, και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι. Άφησε με να έρθω μαζί σου...
click^

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ

dipinto: El Greco
"Η ζωή εν τάφω"
Στρατή Μυριβήλη Προχώρεσα ως την άκρη του χαρακώματος του λόχου μας. Ως την έβγαση των συρματοπλεγμάτων.
Εκεί είναι μια μυστική πόρτα που σφαλνά μ' ένα αδράχτι οπλισμένο με αγκαθωτά τέλια. Επειδή το μέρος είναι ένα νταμάρι όλο πέτρα και δε σκάβεται, σήκωσαν ένα προκάλυμμα με γεώσακους. 'Ετσι λένε κάτι σακιά γεμάτα με χώμα που μ' αυτά οχυρώνουν τα πετρώδικα χαρακώματα.
Τα τσουβάλια αυτά κείτουντ' εδώ χρόνον - καιρό έτσι. Θα φάγαν υγρασίες, βροχάδες, χιόνια και ήλιους. 'Ηρθαν και σάπισαν από νερά, ο ήλιος τα τσουρούφλισε και τα 'καψε. Τραβώ το δάχτυλό μου πάνω τους. Λιώνει η λινάτσα. Σαν τα ξεθαμμένα ρούχα των πεθαμένων που ξεφτάνε, σταχτωμένα, με το πρώτο άγγιγμα. Είναι τσουβαλάκια φουσκωμένα κάργα, όπως τα πρωτογέμισαν. Αλλά πάλι κρεμάζουν σαχλά, μισοαδειανά. Κάτου από το δυνατό φεγγάρι μοιάζουν με ψοφίμια σκυλιών, άλλα πρισμένα κι άλλα ξαντεριασμένα, σωριασμένα τόνα πάνου στ' άλλο. Από δω το θέαμα θα 'ναι πιο όμορφο. Τώρα το κρυμμένο ποτάμι ακούγεται καλύτερα όπως φωνάζει μακριά, μες από τη βαθιά κοίτη του. Θέλω να βγάλω το κεφάλι ψηλά από το προπέτασμα, να ιδώ πέρα. Αν μπορούσα μάλιστα θα καβαλίκευα το χαράκωμα. Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που 'ναι πάνω - πάνω. 'Ενας απ' αυτούς λιώνει με μιας κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου.
Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου 'καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαρά.
'Ηταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. 'Ενα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που 'ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ' άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα. Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα 'βλεπε πως ήταν άλικη, μ' έναν μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι καλοθρεμμένο λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί του είναι ντούρο και χνουδάτο. 'Εχει κι ένα κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ' αργήσει ν' ανοίξει κι αυτός. Και θα 'ναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής.
Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ. Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ' αυτό μου αποκαλύφθηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι (δαγκάνω τα χείλια από την ξαφνική σουβλιά του ποδιού), και τ' ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. 'Ετσι λέω θα 'ναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπι σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δαχτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμιδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Φίλησα τις ρώγες των δαχτύλων μου.
Είπα σιγά σιγά: -Καληνύχτα... καληνύχτα και να 'σαι βλογημένη. Γύρισα γρήγορα στ' αμπρί. Ας μπορούσα να κάμω μια μεγάλη φωταψία... Να κρεμάσω παντού σημαίες και στεφάνια! 'Αναψα στο λυχνάρι τέσσερα φιτίλια και τώρα πασχίζω να τη χωρέσω εδώ μέσα, μέσα σε μια τόσο μικρή γούβα, μια τόσο μεγάλη χαρά. Η ψυχή μου χορεύει σαν μεγάλη πεταλούδα. Χαμογελώ ξαπλωμένος ανάσκελα. Κάτι τραγουδάει μέσα μου. Τ' αφουγκράζομαι.
Είναι ένα παιδιάτικο τραγούδι:
Φεγγαράκι μου λαμπρό....

Πέμπτη 24 Απριλίου 2008

Ludwin Van BEETHOVEN

Ludwin Van BEETHOVEN
γεννήθηκε στη Βόννη το 1770 , γόνος οικογένειας μουσικών, διδάχθηκε αρχικά μουσική από τον πατέρα του, που ήταν τενόρος στην αυλική χορωδία της Βόννης.
Το 1787 επισκέφτηκε την Βιέννη για να συνεχίσει τις σπουδές του στη μουσική με δάσκαλο τον Μότσαρτ, μετά όμως από δύο μόλις βδομάδες αναγκάστηκε να επστρέψει στη Βόννη, λόγω σοβαρής ασθένειας της μητέρας του.
Όταν 5 χρόνια μετά, τον Νοέμβρη του 1792, επέστρεψε στην Βιέννη, ο Μότσαρτ δεν ζούσε πιά.
Το πρώτο του δημόσιο κονσέρτο έδωσε το 1795 στο Burgtheater της Βιέννης. 'Ηδη είχαν αρχίσει τα πρώτα του προβλήματα με την ακοή από το 1794, που από το 1801 του δημιούργησαν σοβαρότατο πρόβλημα και το 1818 αναφέρεται ότι έχασε τελείως την ακοή του. Αυτό όμως δεν πτόησε τον συνθέτη που συνέχισε με πάθος να γράφει μουσική.
Η συμφωνική του Μουσική συνδέεται με την ανάπτυξη της παγκόσμιας πολιτιστικής και πολιτικοκοινωνικής κίνησης. Η 9η Συμφωνία του ταυτίζεται εθνικούς και κοινωνικούς στόχους. Σε ιδιαίτερες ιστορικές στιγμές η 9η Συμφωνία ήταν μέσο εμψύχωσης και ανάτασης ή άλλοτε παρηγοριάς και ελπίδας.
Η «Ωδή στη Χαρά» υιοθετήθηκε σαν ο ύμνος της Κοινωνίας των Εθνών και συμβολίζει την Ελευθερία και την Αδελφοσύνη των λαών. Αναφέρεται ότι στην Ιαπωνία το 1944 οι φοιτητές που είχαν επιστρατευτεί ζήτησαν να ακούσουν πριν αναχωρήσουν για το μέτωπο, την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν, για να διατηρήσουν στο μυαλό τους κάτι που τους «θυμίζει την πατρίδα»... Στην Κίνα
η 9η Συμφωνία εκφράζει τη «νίκη μέσα από την πάλη» του λαού ενάντια στους καταπιεστές του. Η Μουσική του Μπετόβεν γίνεται ο συνδετικός κρίκος των πολιτισμών και η γέφυρα που ενώνει τους λαούς που αγωνίζονται...

ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΑΥΓΑ

Την Μεγάλη Πέμπτη βάφουμε τα Κόκκινα Αυγά.
...Το Αυγό στις παραδόσεις πολλών λαών συμβολίζει την ΖΩΗ. Σε αρχαίους τάφους έχουν βρεθεί απομεινάρια αυγών. Φαίνεται να χρησιμοποιούσαν το ΑΥΓΟ ή σαν δώρο προς τους νεκρούς ή σαν στοιχείο που αντιπροσώπευε την αναπαραγωγή της Ζωή. Το Αυγό ήταν ένα από τα σύμβολα της Ζωής... και συνδέεται με το γεγονός ότι μέσα από το κέλυφος γεννιέται... αναπαράγεται η Ζωή.
Το Κόκκινο χρώμα επίσης συμβολίζει την ΖΩΗ, όντας το χρώμα του αίματος, το χρώμα της Ζωής. Στην Χριστιανική παράδοση το Κοκκινο Αυγό συνδέεται με την Θυσία του Ιησού που χάρισε την Ζωή στους ανθρώπους. Το βάψιμο των κόκκινων ΑΥΓΩΝ την Μεγάλη Πέμπτη, συμβολίζει από την μιά την Θυσία του Υιού του Θεού και από την άλλη προσδοκία μας για Πνευματική Ζωή. Αρχικά το χρώμα που χρησιμοποιούσαν για βάψιμο των αυγών, ήταν μ'ονο ΚΟΚΚΙΝΟ... με τα χρόνια χρησιμοποιούσαν και άλλα χρώματα ή και σχέδια. Στην Ελληνική παράδοση το Πασχαλινό γιορτινό Ψωμί περιείχε στο κέντρο ένα Κόκκινο Αυγό. Συχνά ζωγράφιζαν πουλιά ή άλλα σχήματα πάνω στα βαμμένα αυγά χρησιμοποιώντας λιωμένο κερί. Άλλοτε χρησιμοποιώντας φύλλα, σε διάφορα σχήματα, τυλίγοντάς τα με τούλι ή άλλο λεπτό ύφασμα έδιναν ομορφιά στα βαμμένα τους αυγά.
....Αδειάζοντας το περιεχόμενο του αυγού με μια σύριγγα, μπορείς να σχεδιάσεις με διάφορους τρόπους το άδειο κέλυφος κάνοντας όμορφα διακοσμητικά αυγά για το γιορτινό τραπέζι του ΠΑΣΧΑ. Το έθιμο εξάλλου με το Κόκκινο ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΑΥΓΟ έδωσε ιδέες τόσο στην διακόσμηση, όσο και στο εμπόριο, έτσι σοκολατένια ή με άλλα υλικά κατασκευασμένα αυγά κυριαρχούν σήμερα την αγορά, αντικαθιστώντας χρόνο με το χρόνο την παράδοση.
************
Τα ΑΣΠΡΑ ΑΥΓΑ, βάφονται πιό εύκολα και μ επιτυχία, γι'αυτό προτιμούνται. Χρησιμοποιούνται συνήθως μη τοξικές μπογιές για το βάψιμο των αυγών Ο οικολογικός τρόπος βαφής των Κόκκινων Αυγών, όμως μπορεί να γίνει με τον καυτό ζωμό από βρασμένα πατζάρια. Αν στη θέση των πατζαριών χρησιμοποιηθούν χλωρά φύλλα καρυδιάς ή φλούδα χλωρού καρυδιού ή το σπανάκι, τα Αυγά βάφονται Πράσινα, ενώ για Κίτρινα αυγά χρησιμοποιούντα τα φύλλα αμυγδαλιάς, για καφέ βράζονται φλούδες από κρεμμύδια, ενώ για μωβ αυγά, πρέπει να βράσουν ταυτόχρονα με τρεις χούφτες από βιολέτες.
Στα παιδιά αρέσει πολύ να συμμετέχουν στο Βάψιμο των Αυγών όπως και σέ όλες τις άλλες προετοιμασίες των γιορτινών μας παραδόσεων. ΚΑΛΟ ΒΑΨΙΜΟ! λοιπόν..