Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015
Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015
GEORGE GORDON BYRON
ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Τα νησιά της Ελλάδας! ω Νησιά βλογημένα,
που με αγάπη και φλόγα...
μια Σαπφώ τραγουδούσε,
που πολέμων κι ειρήνης δώρα...
ανθίζαν σπαρμένα,
που το φέγγος του ο Φοίβος...
απ’ τη Δήλο σκορπούσε!
Αχ, ατέλειωτος ήλιος...
σας χρυσώνει ως τα τώρα,
μα βασίλεψαν όλα,
όλα τ’ άλλα σας δώρα!
Και της Χίος τη Μούσα,
και της Τέως τη λύρα,
αντρειοσύνης κι αγάπης...
δοξαρίσματα πρώτα,
σε άλλους τόπους για φήμη...
τα μετάφερε η Μοίρα,
γιατί η μαύρη τους μάνα...
μήτε αν ζούνε δε ρώτα!
Κι αντιλάλησαν ξάφνω
παραπέρα στη Δύση
απ’ εκεί που ανθίζαν...
των «Μακάρων αι νήσοι».
Τα βουνά...
το μεγάλο Μαραθώνα θωράνε,
κι η αθάνατη βλέπει
τα πελάγη κοιλάδα.
Εδώ πέρα μονάχος
συλλογιόμουν πώς να ’ναι
θα μπορούσε και πάλε...
μια ε λ ε ύ τ ε ρ η Ελλάδα!
Γιατί πώς να κοιτάζω
το Περσάνικο μνήμα,
και να λέγω πως είμαι της σκλαβιάς...
κι εγώ θύμα!
Στον γκρεμνό που αντικρίζει...
τη μικρή Σαλαμίνα,
μια φορά βασιλέας
θρονιαζότανε. Κάτου
δίχως τέλος καράβια
με τ’ αμέτρητα εκείνα
μαζευόντανε πλήθη.
Ήταν όλα δικά του.
Την αυγή με καμάρι...
τα μετρούσε εκεί πέρα,
μα τι γένηκαν όλα...
σαν εβράδιασε η μέρα!
Πού είν’ εκείνα!
Πού είναι,
ω Π α τ ρ ί δ α καημένη!
Κάθε λόγγος σου τώρα
κι ακρογιάλι ε β ω β ά θ η!
Των παλιών των ηρώων...
ένας μύθος δε μένει,
της μεγάλης καρδιάς τους...
κάθε χτύπος εχάθη.
Και τη λύρα σου ακόμα την αφήκες,
ωιμένα!
Απ’ τους θείους σου ψάλτες...
να ξεπέσει σ’ εμένα!
Μέσ’ στον άδοξο δρόμο,
που μια τύχη με σέρνει,
με φ υ λ ή που σηκώνει...
της σκλαβιάς αλυσίδα,
κάποιο βάλσαμο κρύφιο...
στο τραγούδι μου φέρνει
η ντροπή που με πιάνει...
για μια τέτοια Πατρίδα!
Και τι να ’χει εδώ άλλο ποιητής
παρά μόνο
για τους Έλληνες πίκρα...
για τη Χώρα τους πόνο!
Πρέπει τάχα να κλαίμε...
μ ε γ α λ ε ί α χαμένα,
και ντροπή να μας βάφει...
αντίς αίμα, σαν πρώτα;
Βγάλε, ω Γης δοξασμένη,
απ’ τα σπλάχνα σου
ένα ι ε ρ ό απομεινάρι...
των παιδιών του Ευρώτα!
Απ’ εκειούς τους Τρακόσους...
τρεις αν έρθουνε, φτάνουν
άλλη μια Θερμοπύλα...
στα βουνά σου να κάνουν.
Πώς! Ακόμα σωπαίνουν;
Πώς! Ακόμα συχάζουν;
Όχι, όχι!
Α κ ο ύ γ ω... τις ψυχές απ’ τον Άδη
σαν ποτάμι που τρέχει μακρινά,
να φωνάζουν:
«Ένας μ ό ν ο... ας σαλέψει ζωντανός,
και κοπάδι
απ’ τη γης αποκάτου
λεβεντιά ξεκινούμε.
Είναι αυτοί που κοιμούνται·
εμείς ακόμα σ’ ακούμε!»
Αχ, του κάκου, του κάκου!
Άλλες λύρες στα χέρια!
Με Σαμιώτικο τώρα
το ποτήρι ας γεμίσει.
Άφηνε αίμα και μάχες...
για τα τούρκικα ασκέρια,
και καθένας το αίμα του αμπελιού του
ας μας χύσει!
Δες τους! Όλοι ξυπνάνε...
και πετούν ως απάνω,
του μικρόψυχου Βάκχου...
το εγκώμιο σαν κάνω!
Τον Πυρρίχιο χορό σας
ως τα τώρα βαστάτε
η Πυρρίχια η «φάλαγξ»...
πού να πήγε, καημένοι!
Από δυο τέτοια δώρα,
πώς εκείνο ξεχνάτε,
που ψυχές αντρειώνει...
και καρδιές ανασταίνει!
Και τα γράμματα ακόμα...
ενός Κάδμου κρατείτε·
τάχα να ’ταν για σκλάβους...
τα ψηφιά του θαρρείτε;
Το Σαμιώτικο χύνε στο ποτήρι
ως τα χείλη!
Όξω οι λύπες!
Ελάτε με την πλόσκα γεμάτη!
Έτσι έ ψ ε λ ν ε... ο θείος Ανακρέοντας,
φίλοι!
Σκλάβος ήταν κι εκείνος,
μα ενός Πολυκράτη.
Από ξένους τυράννους...
δεν εγνώριζαν τότες·
ήταν αίμα δικό τους,
σαν κι αυτούς πατριώτες.
Τη Χερσόνησο ένας
μια φορά τυραννούσε,
μα δ ι α φ έ ν τ ε υ ε πρώτος
τα καλά, την τιμή της.
Μ ι λ τ ι ά δ η τον λέγαν.
Αχ, και πάλε να ζούσε!
Ένα ας είχε η πατρίδα...
τέτοιο πάλε παιδί της!
Βασιλιάς σαν κι εκείνον...
ποιο λαό δε μαγεύει!
Βασιλιάς που με αγάπη...
μοναχή σε δεσμεύει.
Στο ποτήρι μου πάλε
το Σαμιώτικο χύνε!
Στο Σουλιώτικο βράχο,
προς της Πάργας το χώμα,
γ ε ν ε ά σιδερένια....
ως τα σήμερα είναι,
που από μάνες Δωρίδες...
λες και βγαίνει ακόμα.
Ίσως μένει εκεί πέρα...
κάποιος σπόρος κρυμμένος,
που θα δείξει αν δεν είναι
Η ρ α κ λ ε ί δ ι κ ο γένος.
Απ’ τους άπιστους Φράγκους...
λευτεριά μη ζητάτε!
Εκεί ζουν ηγεμόνες...
που πουλούν κι αγοράζουν.
Με δικό σας τουφέκι και σπαθί...
π ο λ ε μ ά τ ε!
Αυτού θά ’βρετ’ ελπίδα...
κι ό,τι θέλουν ας τάζουν.
Ζυγός Τούρκου, με Φράγκου πονηριά...
σαν ταιριάσουν,
την α σ π ί δ α, όσο να ’ναι δυνατή...
θα τη σπάσουν.
Με Σαμιώτικο π ά λ ε
το ποτήρι ας γεμίσει!
Μέσ’ στον ίσκιο χορεύουν
οι κοπέλες μας πάλι·
σαν τα μαύρα τους μάτια...
δεν είδε άλλα η φύση,
μα σα βλέπω τη νιότη...
και τ’ αφράτα τους κάλλη,
το δικό μου το μάτι...
το θολώνει μια στάλα,
που για σκλάβους το θένε...
τω βυζιών τους το γάλα!
Στου Σουνίου θα καθίσω...
το μαρμάρινο βράχο,
σύντροφό μου το κύμα...
του Αιγαίου θα κάνω,
αυτό εμένα ν’ ακούγει...
κι εγώ εκείνο μονάχο,
κι εκεί απάνω σαν κύκνος...
με τραγούδι ας πεθάνω.
Δε σηκώνει η ψυχή μου σκλάβα Γη!
Χτύπα κ ά τ ω
της σκλαβιάς το ποτήρι...
κι ας πάει να ’ναι γεμάτο!
Τζωρτζ Γκόρντον Μπάυρον
Μετάφραση: Αργύρης Εφταλιώτης
Τα νησιά της Ελλάδας! ω Νησιά βλογημένα,
που με αγάπη και φλόγα...
μια Σαπφώ τραγουδούσε,
που πολέμων κι ειρήνης δώρα...
ανθίζαν σπαρμένα,
που το φέγγος του ο Φοίβος...
απ’ τη Δήλο σκορπούσε!
Αχ, ατέλειωτος ήλιος...
σας χρυσώνει ως τα τώρα,
μα βασίλεψαν όλα,
όλα τ’ άλλα σας δώρα!
Και της Χίος τη Μούσα,
και της Τέως τη λύρα,
αντρειοσύνης κι αγάπης...
δοξαρίσματα πρώτα,
σε άλλους τόπους για φήμη...
τα μετάφερε η Μοίρα,
γιατί η μαύρη τους μάνα...
μήτε αν ζούνε δε ρώτα!
Κι αντιλάλησαν ξάφνω
παραπέρα στη Δύση
απ’ εκεί που ανθίζαν...
των «Μακάρων αι νήσοι».
Τα βουνά...
το μεγάλο Μαραθώνα θωράνε,
κι η αθάνατη βλέπει
τα πελάγη κοιλάδα.
Εδώ πέρα μονάχος
συλλογιόμουν πώς να ’ναι
θα μπορούσε και πάλε...
μια ε λ ε ύ τ ε ρ η Ελλάδα!
Γιατί πώς να κοιτάζω
το Περσάνικο μνήμα,
και να λέγω πως είμαι της σκλαβιάς...
κι εγώ θύμα!
Στον γκρεμνό που αντικρίζει...
τη μικρή Σαλαμίνα,
μια φορά βασιλέας
θρονιαζότανε. Κάτου
δίχως τέλος καράβια
με τ’ αμέτρητα εκείνα
μαζευόντανε πλήθη.
Ήταν όλα δικά του.
Την αυγή με καμάρι...
τα μετρούσε εκεί πέρα,
μα τι γένηκαν όλα...
σαν εβράδιασε η μέρα!
Πού είν’ εκείνα!
Πού είναι,
ω Π α τ ρ ί δ α καημένη!
Κάθε λόγγος σου τώρα
κι ακρογιάλι ε β ω β ά θ η!
Των παλιών των ηρώων...
ένας μύθος δε μένει,
της μεγάλης καρδιάς τους...
κάθε χτύπος εχάθη.
Και τη λύρα σου ακόμα την αφήκες,
ωιμένα!
Απ’ τους θείους σου ψάλτες...
να ξεπέσει σ’ εμένα!
Μέσ’ στον άδοξο δρόμο,
που μια τύχη με σέρνει,
με φ υ λ ή που σηκώνει...
της σκλαβιάς αλυσίδα,
κάποιο βάλσαμο κρύφιο...
στο τραγούδι μου φέρνει
η ντροπή που με πιάνει...
για μια τέτοια Πατρίδα!
Και τι να ’χει εδώ άλλο ποιητής
παρά μόνο
για τους Έλληνες πίκρα...
για τη Χώρα τους πόνο!
Πρέπει τάχα να κλαίμε...
μ ε γ α λ ε ί α χαμένα,
και ντροπή να μας βάφει...
αντίς αίμα, σαν πρώτα;
Βγάλε, ω Γης δοξασμένη,
απ’ τα σπλάχνα σου
ένα ι ε ρ ό απομεινάρι...
των παιδιών του Ευρώτα!
Απ’ εκειούς τους Τρακόσους...
τρεις αν έρθουνε, φτάνουν
άλλη μια Θερμοπύλα...
στα βουνά σου να κάνουν.
Πώς! Ακόμα σωπαίνουν;
Πώς! Ακόμα συχάζουν;
Όχι, όχι!
Α κ ο ύ γ ω... τις ψυχές απ’ τον Άδη
σαν ποτάμι που τρέχει μακρινά,
να φωνάζουν:
«Ένας μ ό ν ο... ας σαλέψει ζωντανός,
και κοπάδι
απ’ τη γης αποκάτου
λεβεντιά ξεκινούμε.
Είναι αυτοί που κοιμούνται·
εμείς ακόμα σ’ ακούμε!»
Αχ, του κάκου, του κάκου!
Άλλες λύρες στα χέρια!
Με Σαμιώτικο τώρα
το ποτήρι ας γεμίσει.
Άφηνε αίμα και μάχες...
για τα τούρκικα ασκέρια,
και καθένας το αίμα του αμπελιού του
ας μας χύσει!
Δες τους! Όλοι ξυπνάνε...
και πετούν ως απάνω,
του μικρόψυχου Βάκχου...
το εγκώμιο σαν κάνω!
Τον Πυρρίχιο χορό σας
ως τα τώρα βαστάτε
η Πυρρίχια η «φάλαγξ»...
πού να πήγε, καημένοι!
Από δυο τέτοια δώρα,
πώς εκείνο ξεχνάτε,
που ψυχές αντρειώνει...
και καρδιές ανασταίνει!
Και τα γράμματα ακόμα...
ενός Κάδμου κρατείτε·
τάχα να ’ταν για σκλάβους...
τα ψηφιά του θαρρείτε;
Το Σαμιώτικο χύνε στο ποτήρι
ως τα χείλη!
Όξω οι λύπες!
Ελάτε με την πλόσκα γεμάτη!
Έτσι έ ψ ε λ ν ε... ο θείος Ανακρέοντας,
φίλοι!
Σκλάβος ήταν κι εκείνος,
μα ενός Πολυκράτη.
Από ξένους τυράννους...
δεν εγνώριζαν τότες·
ήταν αίμα δικό τους,
σαν κι αυτούς πατριώτες.
Τη Χερσόνησο ένας
μια φορά τυραννούσε,
μα δ ι α φ έ ν τ ε υ ε πρώτος
τα καλά, την τιμή της.
Μ ι λ τ ι ά δ η τον λέγαν.
Αχ, και πάλε να ζούσε!
Ένα ας είχε η πατρίδα...
τέτοιο πάλε παιδί της!
Βασιλιάς σαν κι εκείνον...
ποιο λαό δε μαγεύει!
Βασιλιάς που με αγάπη...
μοναχή σε δεσμεύει.
Στο ποτήρι μου πάλε
το Σαμιώτικο χύνε!
Στο Σουλιώτικο βράχο,
προς της Πάργας το χώμα,
γ ε ν ε ά σιδερένια....
ως τα σήμερα είναι,
που από μάνες Δωρίδες...
λες και βγαίνει ακόμα.
Ίσως μένει εκεί πέρα...
κάποιος σπόρος κρυμμένος,
που θα δείξει αν δεν είναι
Η ρ α κ λ ε ί δ ι κ ο γένος.
Απ’ τους άπιστους Φράγκους...
λευτεριά μη ζητάτε!
Εκεί ζουν ηγεμόνες...
που πουλούν κι αγοράζουν.
Με δικό σας τουφέκι και σπαθί...
π ο λ ε μ ά τ ε!
Αυτού θά ’βρετ’ ελπίδα...
κι ό,τι θέλουν ας τάζουν.
Ζυγός Τούρκου, με Φράγκου πονηριά...
σαν ταιριάσουν,
την α σ π ί δ α, όσο να ’ναι δυνατή...
θα τη σπάσουν.
Με Σαμιώτικο π ά λ ε
το ποτήρι ας γεμίσει!
Μέσ’ στον ίσκιο χορεύουν
οι κοπέλες μας πάλι·
σαν τα μαύρα τους μάτια...
δεν είδε άλλα η φύση,
μα σα βλέπω τη νιότη...
και τ’ αφράτα τους κάλλη,
το δικό μου το μάτι...
το θολώνει μια στάλα,
που για σκλάβους το θένε...
τω βυζιών τους το γάλα!
Στου Σουνίου θα καθίσω...
το μαρμάρινο βράχο,
σύντροφό μου το κύμα...
του Αιγαίου θα κάνω,
αυτό εμένα ν’ ακούγει...
κι εγώ εκείνο μονάχο,
κι εκεί απάνω σαν κύκνος...
με τραγούδι ας πεθάνω.
Δε σηκώνει η ψυχή μου σκλάβα Γη!
Χτύπα κ ά τ ω
της σκλαβιάς το ποτήρι...
κι ας πάει να ’ναι γεμάτο!
Τζωρτζ Γκόρντον Μπάυρον
Μετάφραση: Αργύρης Εφταλιώτης
Etichette:
Αγγλική Ποίηση,
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΠΑΙΔΕΙΑ,
ΠΟΙΗΣΗ,
GEORGE GORDON BYRON,
Letteratura,
Poesia
Thomas Sterns Eliot
Τόμας Στερνς Έλιοτ
Εκεί ψηλά στην κορυφή της σύγχρονης Ποίησης,
συναντάς το μέγεθος της σκέψης και του στοχασμού,
το βάθος του πνεύματος και το μεγαλείο της ψυχής,
του Μεγάλου Ποιητή της σύγχρονης Λογοτεχνίας.
Γεννήθηκε σαν Σήμερα στις 26 Σεπτέμβρη του 1888...
Δεν θα πάψουμε να ε ξ ε ρ ε υ ν ο ύ μ ε
Κι όλης μας της εξερεύνησης το τέλος
Θα είναι να φθάσουμε ε κ ε ί... που ξεκινήσαμε
Και να γνωρίσουμε... για πρώτη φορά τον τόπο.
Μέσα από την άγνωστη πύλη, που ξαναθυμόμαστε
Όταν το τελευταίο που έμεινε στη γη να ανακαλύψουμε
Είναι α υ τ ό... που ήταν η αρχή·
Στην π η γ ή... του πιο απέραντου ποταμού
Η φ ω ν ή... του κρυμμένου καταρράκτη
Και τα π α ι δ ι ά... μέσα στη μηλιά
Που δεν τα ξέραμε... γ ι α τ ί δεν ψάξαμε γι’ αυτά
Αλλά τ’ ακούσαμε, τα μισοακούσαμε, στη σιγαλιά
Ανάμεσα σε δυο κύματα της θάλασσας.
Γρήγορα τώρα, ε δ ώ, τώρα, π ά ν τ α –
Μια κατάσταση τέλειας α π λ ό τ η τ α ς...
(Που δεν στοιχίζει λιγότερο από τα πάντα)
Και όλα θα πάνε καλά και
Το καθετί θα πάει καλά
Όταν οι γλώσσες της φλόγας θα διπλωθούν
Μες στο στεφανωμένο κόμπο της φωτιάς
Κι η φωτιά και το ρόδο... θα γίνουν ένα....
(Τέσσερα κουαρτέτα, «Little Gidding”, Τ. Σ. Έλιοτ,
εκδ. Ίκαρος, Μετ. Έφη Αθανασίου)
Etichette:
ΠΑΙΔΕΙΑ,
ΠΟΙΗΣΗ,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ,
Letteratura,
Poesia,
Thomas Stern Eliot
Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015
Rainer Maria Rilke
«...Εμείς ό μ ω ς χρονοτριβούμε,
περήφανοι που ανθίζουμε και εισβάλουμε
στον όψιμο πυρήνα του τελικού καρπού μας
Π ρ ο δ ο μ έ ν ο ι...
Σε ελάχιστους η ορμή της δράσης
Π ρ ο δ ο μ έ ν ο ι...
Σε ελάχιστους η ορμή της δράσης
φουντώνει τόσο έντονα
που ήδη περιμένουν και φ λ έ γ ο ν τ α ι
που ήδη περιμένουν και φ λ έ γ ο ν τ α ι
στα βάθη της καρδιάς τους
Όταν ο πειρασμός της άνθησης,
Όταν ο πειρασμός της άνθησης,
σαν απαλή νυχτερινή πνοή
Αγγίζει το νεανικό τους στόμα
Αγγίζει τα βλέφαρα τους:
Μόνο σε ή ρ ω ε ς... ίσως και σ'αυτούς
Αγγίζει το νεανικό τους στόμα
Αγγίζει τα βλέφαρα τους:
Μόνο σε ή ρ ω ε ς... ίσως και σ'αυτούς
που είναι γραφτό να φύγουν πρόωρα...
Αυτοί... ορμούν α δ ί σ τ α κ τ ο ι:
Αυτοί... ορμούν α δ ί σ τ α κ τ ο ι:
μπροστά κι από το ίδιο το χαμόγελο τους....
Παράξενα κοντά είναι ο ήρωας
Παράξενα κοντά είναι ο ήρωας
σε όσους πέθαναν νέοι.
Η διάρκεια... Δεν τον προκαλεί.
Ανάδειξη του είναι η ύ π α ρ ξ η.
Αδιάκοπα αποσπάται
Αδιάκοπα αποσπάται
και περνά στον α σ τ α θ ή αστερισμό
του μ ό ν ι μ ο υ κινδύνου του.
Εκεί λίγοι θα τον έβρισκαν...»
απόσπασμα από την 6η ελεγεία από τις...
"Ελεγείες του Ντουίνο"
απόσπασμα από την 6η ελεγεία από τις...
"Ελεγείες του Ντουίνο"
Etichette:
Λογοτεχνία,
ΠΑΙΔΕΙΑ,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ,
Letteratura,
Rainer Maria Rilke
Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015
ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ:«Ζήτω η Ελεύθερη Ελλάδα...»
ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ
«Ζήτω η Ελεύθερη Ελλάδα... κ ά τ ω η δικτατορία»
«Η Γη μας, που γ έ ν ν η σ ε την Ελευθερία,
θα εκμηδενίσει... την τυραννία!»
Etichette:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΙΣΤΟΡΙΑ,
Κώστας Γεωργάκης,
Πολιτική
Tάκης Σινόπουλος: καιόμενος
κ α ι ό μ ε ν ο ς
Κοιτάχτε... μπήκε στη φωτιά!
είπε ένας από το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα.
Ήταν στ’ αλήθεια αυτός
που απόστρεψε το πρόσωπο,
όταν του μιλήσαμε.
Και τ ώ ρ α... κ α ί γ ε τ α ι.
Μα... δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί.
Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου
Κοιτάχτε... μπήκε στη φωτιά!
είπε ένας από το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα.
Ήταν στ’ αλήθεια αυτός
που απόστρεψε το πρόσωπο,
όταν του μιλήσαμε.
Και τ ώ ρ α... κ α ί γ ε τ α ι.
Μα... δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί.
Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου
φτιαγμένος να παραξενεύομαι.
Π ο ι ο ς... είναι τούτος
που αναλίσκεται... περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο...
δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή.
Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά... μην την ανακατεύεις,
μου είπαν.
Όμως... ε κ ε ί ν ο ς...
Π ο ι ο ς... είναι τούτος
που αναλίσκεται... περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο...
δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή.
Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά... μην την ανακατεύεις,
μου είπαν.
Όμως... ε κ ε ί ν ο ς...
καίγονταν μονάχος.... Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν
τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν Ή λ ι ο ς....
Στην εποχή μας όπως και
σε περασμένες εποχές
Ά λ λ ο ι... είναι μέσα στη φωτιά
κι άλλοι... χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μ ο ι ρ ά ζ ε τ α ι στα δυο.
Τάκης Σινόπουλος
Κι όσο αφανίζονταν
τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν Ή λ ι ο ς....
Στην εποχή μας όπως και
σε περασμένες εποχές
Ά λ λ ο ι... είναι μέσα στη φωτιά
κι άλλοι... χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μ ο ι ρ ά ζ ε τ α ι στα δυο.
Τάκης Σινόπουλος
Etichette:
Αστική Κοινωνία,
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΙΣΤΟΡΙΑ,
ΠΟΙΗΣΗ,
Πολιτική,
Σινόπουλος Τάκης
Νικηφόρος Βρεττάκος: Αυτοπυρπόληση
Α υ τ ο π υ ρ π ό λ η σ η
Ντύθηκες γαμπρός
Ντύθηκες γαμπρός
φ ω τ α γ ω γ ή θ η κ ε ς... σαν Έθνος.
Έ γ ι ν ε ς... ένα θέαμα ψυχής
ξεδιπλωμένης στον ορίζοντα.
Ε ί σ α ι... η φωτεινή
περίληψη του δράματος μας,
τα χέρια μας... προς την Ανατολή
και τα χέρια μας... προς τη Δύση.
Ε ί σ α ι... στην ίδια λ α μ π ά δ α...
τη μια... τ’ αναστάσιμο Φ ω ς
κι ο επιτάφιος Θ ρ ή ν ο ς μας.
Νικηφόρος Βρεττάκος
Νικηφόρος Βρεττάκος
από τη συλλογή: “Η Θέα του Κόσμου”
Etichette:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ,
ΕΛΛΑΔΑ,
Κώστας Γεωργάκης,
Νικηφόρος Βρεττάκος,
ΠΑΙΔΕΙΑ,
ΠΟΙΗΣΗ,
Πολιτική
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





