Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Μπ. Μπρεχτ, Ιστορίες του κ. Κόϋνερ


Η σ ο φ ί α... είναι αποτέλεσμα της σ τ ά σ η ς.
Ε π ε ι δ ή όμως... 
δεν είναι και στόχος της στάσης, 
δεν μπορεί να παρακινήσει κανένα
 στο να μιμείται τη στάση.
Εσείς δεν τρώτε όπως εγώ. 
Αν όμως φάτε με το δικό μου τρόπο 
θα σας ωφελήσει.
Αυτό που λέω τώρα: 
ότι οι πράξεις ξεκινάνε από τη στάση, 
ίσως να ’ναι έτσι. 
Για να γίνει όμως έτσι... πρέπει πρώτα 
να βάλετε... σε τ ά ξ η τις ανάγκες.
Συχνά, είπε ο στοχαστής, 
βλέπω ότι έχω τη στάση του πατέρα μου. 
Ποτέ όμως δεν κάνω 
τις ίδιες πράξεις με τον πατέρα μου. 
Γ ι α τ ί  ενεργώ διαφορετικά; 
Γιατί οι α ν ά γ κ ε ς... είναι διαφορετικές. 
Βλέπω όμως ότι η σ τ ά σ η... 
κρατάει περισσότερο από τον τρόπο δράσης: 
α ν τ ι σ τ έ κ ε τ α ι... στις ανάγκες.

Είναι μερικοί άνθρωποι 
που δεν μπορούν να ενεργήσουν 
παρά μονάχα μ’ έναν τρόπο... αν δεν θέλουν... 
να χάσουν την α ξ ι ο π ρ έ π ε ι ά τους.
Γι’ αυτό, επειδή δεν μπορούν 
να συμβαδίσουν με τις ανάγκες χάνονται εύκολα. 
Μα εκείνος που έχει μια δική του στάση  
μπορεί να κάνει πολλά... 
δ ί χ ω ς... να χάσει την αξιοπρέπειά του.



Από το βιβλίο: Μπ. Μπρεχτ, Ιστορίες του κ. Κόϋνερ 
– η διαλεκτική σαν τρόπος ζωής, εκδόσεις Θεμέλιο

Ο Γιώργος Σεφέρης διαβάζει : Τελευταίος Σταθμός


Γιώργος Σεφέρης: Τελευταίος Σταθμός



Λ ί γ ε ς οι νύχτες με φεγγάρι... που μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων.. που συλλαβίζεις
όπως το φέρνει ο κόπος.. της τελειωμένης μέρας
και β γ ά ζ ε ι ς... άλλα νοήματα και άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το δ ι α β ά σ ε ι ς.

Τώρα που κάθομαι.. άνεργος και λ ο γ α ρ ι ά ζ ω
λ ί γ α φεγγάρια.... α π ό μ ε ι ν α ν στην μνήμη·
νησιά... χρώμα θ λ ι μ μ έ ν η ς Παναγιάς, 
α ρ γ ά στην χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά..
ρίχνοντας κάποτε.. σε ταραγμένους δρόμους
ποταμούς... και μέλη ανθρώπων...
βαριά μια νάρκη.

Κι όμως χτες βράδυ εδώ...
σε τούτη τη στερνή μας σκάλα.. 
όπου προσμένουμε..
την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χ ρ έ ο ς παλιό... 
μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ή ρ θ ε... η στιγμή της πλερωμής
κι ακούγονται νομίσματα 
να πέφτουν στο τραπέζι·
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό,
πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού,
στην άκρη μιας φθινοπωρινής μπόρας,
το φεγγάρι... ξ ε π έ ρ α σ ε τα σύννεφα,
και γίναν τα σπίτια..
στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σ ι ω π έ ς αγαπημένες... της σ ε λ ή ν η ς.

Ε ί ν α ι... και αυτός ένας ειρμός της σκέψης,
ένας τ ρ ό π ο ς... ν' αρχίσεις να μιλάς
για πράγματα που ο μ ο λ ο γ ε ί ς... δύσκολα,
σε ώρες που δεν βαστάς... σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει μ α ν τ ά τ α
από το σπίτι... κι από τους συντρόφους,
και β ι ά ζ ε σ α ι... ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά... και τον αλλάξει.

Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο,
την Παλαιστίνη τη Συρία,
το κρατίδιο της Κομμαγηνής
πού ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές... γ υ ρ ί ζ ε ι... στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες 
που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έ π ε ι τ α απόμειναν 
τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.

Ε ρ χ ό μ α σ τ ε... απ' την άμμο της έρημος
απ’ τις θάλασσες του Πρωτέα,
ψ υ χ έ ς μαραγκιασμένες... 
από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα..
σαν το πουλί μες το κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την π λ η γ ή του καθενός μας
ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, ν έ μ ε σ η μοίρα
ή μονάχα κακές συνήθειες.... δόλο και απάτη,
ή ακόμα ιδιοτέλεια..να καρπωθείς..
το αίμα των άλλων.

Ε ύ κ ο λ α... τρίβεται ο άνθρωπος... 
μες τους πολέμους,
ο ά ν θ ρ ω π ο ς είναι μαλακός... 
ένα δ ε μ ά τ ι χόρτο·
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν... 
ένα ά σ π ρ ο στήθος
μάτια... που μισοκλείνουν... 
στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια... που θα τρέχανε
στο παραμικρό σ φ ύ ρ ι γ μ α του κέρδους.

Ο ά ν θ ρ ω π ο ς... είναι μαλακός
και διψασμένος σαν το χόρτο,
ά π λ η σ τ ο ς σαν το χόρτο...
ρ ί ζ ε ς... τα νεύρα του κι απλώνουν·
σαν έρθει ο θέρος... προτιμά να σφυρίξουν
τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι·
σαν έρθει ο θέρος
άλλοι φ ω ν ά ζ ο υ ν ε... 
για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μ π ε ρ δ ε ύ ο ν τ α ι μες στ' άγαθά τους,
άλλοι ρ η τ ο ρ ε ύ ο υ ν.
Αλλά τα ξόρκια... τα αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;

Μήπως ο ά ν θ ρ ω π ο ς... είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι Α υ τ ό... που μεταδίνει ζωή;
Καιρός του σπείρειν... Καιρός του θερίζειν.

Πάλι τα ίδια και τα ίδια.... θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σ κ έ ψ η του πρόσφυγα
τη σ κ έ ψ η του αιχμαλώτου
τη σ κ έ ψ η του ανθρώπου
σαν κ α τ ά ν τ η σ ε..... κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την α λ λ ά ξ ε ι ς.... δεν μπορείς.
Ί σ ω ς... και να ‘θελε να μείνει...
βασιλιάς α ν θ ρ ω π ο φ ά γ ω ν
ξοδεύοντας... δ υ ν ά μ ε ι ς...
που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους.... αγαπάνθων
ν’ α κ ο ύ ε ι... τα τουμπελέκια
κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
κ α θ ώ ς... χορεύουν οι αυλικοί..
με τερατώδεις προσωπίδες.

Ό μ ω ς... ο Τ ό π ο ς που τον πελεκούν
και που τον καίνε σαν το πεύκο,
 και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, 
χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,
ν ύ χ τ ε ς και.... νύχτες
είτε στο πυρωμένο π λ ο ί ο... 
που θα βουλιάξει
καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρ ί ζ ω σ α ν... 
μες το μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν ε ι κ ό ν ε ς...
ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους
μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα
και ξ α ν α φ υ τ ρ ώ ν ο υ ν·
ρ ί χ ν ο υ ν... κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν
δρασκελώντας λ ε ύ γ ε ς... και λεύγες·
ένα π α ρ θ έ ν ο δάσος...
σ κ ο τ ω μ έ ν ω ν φίλων.... το μυαλό μας.


Και σου μ ι λ ώ.... με παραμύθια και παραβολές
ε ί ν α ι... γιατί τ' ακούς γλυκότερα,
κι η φ ρ ί κ η... δεν κουβεντιάζεται
γ ι α τ ί... είναι ζωντανή
γ ι α τ ί.... είναι αμίλητη και προχωράει·
στάζει τη μέρα..... στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων π ό ν ο ς. 
Να μιλήσω... για ή ρ ω ε ς... να μιλήσω για ήρωες:
ο Μιχάλης... που έ φ υ γ ε 
μ’ ανοιχτές πληγές.... απ’ το νοσοκομείο
ί σ ω ς.... μιλούσε για ήρωες όταν, 
τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του...
μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας·
«Στα σ κ ο τ ε ι ν ά... πηγαίνουμε, 
στα σκοτεινά προχωρούμε...»
Οι ή ρ ω ε ς προχωρούν στα σ κ ο τ ε ι ν ά.

Λ ί γ ε ς οι νύχτες με φεγγάρι....
που μ' αρέσουν.

Γιώργος Σεφέρης
Cava del Tirreni, 5 Οκτωβρίου ‘44
^


Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Ο Κόσμος μας ανήκει...


«Ό, τι κι αν κάνουν θα νικήσουμε 
– ο κόσμος μας ανήκει.
Το μέλλον… είναι μες στην τσέπη μας
σαν το κλειδί 
του σπιτιού μας»

Τάσος Λειβαδίτης
από το.. "Βιολέτες για μια εποχή"

Στο Χορό Των Κυμάτων…

Ο διάλογος του ανέμου με τ' απέραντο γαλάζιο
συνεχίζεται στο χορό των κυμάτων


..είναι  ω ρ α ί α   η  Θάλασσα
γιατί με σένα μοιάζει!


Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

Λάκης Παππάς - Μια Παναγιά


Μια Παναγιά μιαν αγάπη μου έχω κλείσει σ' ερημοκλήσι αλαργινό κάθε βραδιά  της καρδιάς την πόρτα ανοίγω κοιτάζω λίγο και προσκυνώ. Πότε θα 'ρθει, πότε θα 'ρθει το καλοκαίρι πότε τ' αστέρι θ' αναστηθεί να σου φορέσω στα μαλλιά χρυσό στεφάνι σαν πυροφάνι σ' ακρογιαλιά. Μ.Χατζιδάκις - Ν.Γκάτσος

Ο. ΕΛΥΤΗΣ: Άνεμος της Παναγιάς


Άνεμος της Παναγίας
Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας 
τον έρημο Α ύ γ ο υ σ τ ο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. 
Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης... με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε 
μεσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!
Ώρα της νύχτας! 
Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς 
των σιωπηλών της δέντρων
Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια 
στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από... 
την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. 
Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά 
την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου 
κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή 
στον άνεμο της Παναγίας!


 «Η Παναγία η Παντοχαρά»
τάμα του Ελύτη στη Σίκινο.