Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Γιώργος Χειμωνάς




Ποίημα Κασσιανής Μοναχής
Κύριε 
Eγώ η γυναίκα... η μολυσμένη των αμαρτιών 
στα σ π λ ά χ ν α μου.. την θεότητά σου 
κι έγινα μυροφόρος 
Με οδυρμούς μύρα ακουμπώ 
εμπρός από τον τάφο σου. 
Τα σπλάχνα μου... η νύχτα τα κατέχει
Μανία η ακολασία μου
Σκοτάδι και θάνατος της σελήνης 
ο έρως μου της αμαρτίας . 
Π ά ρ ε.. τα μάτια μου 
μαζί με τα δ ά κ ρ υ ά τους εσύ 
που όρισες η θάλασσα 
να κατάγεται από τα σύννεφα. 
Κλίνε πάνω από τον στεναγμό 
τον πιό βαθύ της καρδιάς μου 
Εσύ που έκαμψες τούς ουρανούς 
γιά να χωρέσει το άφατο.. 
Θέλω να φιλήσω τα πόδια σου 
τα ανέγγιχτα… και να τα προστατεύω 
μέσα στις θηλειές των μαλλιών μου 
Στο σούρουπο του παράδεισου η Εύα 
τους κρότους ακούει και ταράζεται 
τρόμαξε και εκρύφθη… 
Σωτήρα μου και των ψυχών σωτήρα 
Ποιός.. το κουβάρι των αμαρτιών μου 
θα έρθει να ξ ε τ υ λ ί ξ ε ι.. 
Στης τιμωρίας σου την άβυσσο 
ποιος.. πώς να κρατηθεί.. 
Μην αποστρέψεις το βλέμμα σου 
από πάνω μου. Βλέπε με.. την δούλη σου
Εσύ που Είσαι το Έλεος.

Γιώργος Χειμωνάς

Ο. Ελύτης


ΒΡΗΚΑ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΕΚΚΛΗΣΊΑ 
όλο τρεχούμενα νερά
και την κρέμασα στον τοίχο. 
Τα μανουάλια της είναι πήλινα 
και μοιάζουν με τα δάχτυλα μου 
όταν γράφω.
Από το πώς αστράφτουν τα τζάμια
καταλαβαίνω αν πέρασε άγγελος. 
Και συχνά κάθομαι τ' απογέματα 
έξω στο πεζούλι 
και κρατιέμαι στις κακοκαιρίες 
όπως το γεράνι.


Οδυσσέας Ελύτης 
Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου
 1984

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Μανόλης Αναγνωστάκης: ΕΚΕΙ


Μανόλης Αναγνωστάκης
[Εκεί…]
Εκεί θα τα βρεις.
Κάποιο κλειδί
που θα πάρεις
μονάχα εσύ που θα πάρεις
και θα σπρώξεις την πόρτα
θ’ ανοίξεις το δωμάτιο
θ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φως..
Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν
οι καθρέφτες θα λάμψουν
οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμο..
Εκεί θα τα βρεις
κάπου - απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα
απ’ τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα,
καρφίτσες στα μαξιλάρια, τρύπιες κορνίζες,

Μισοκαμμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών.
Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως
ύστερα θα σφαλίσεις τα παράθυρα
προσεχτικά τις κουρτίνες..
Ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν
θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες
θ’ ακινητήσουν οι γλόμποι
κι εσύ θα πάρεις το κλειδί
και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις
θ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο
βαθιά βαθιά μες στα πυκνά νερά.
Τότε θα ξέρεις.

Γιατί η ποίηση... 
δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, 
αλλά ο καλύτερος τοίχος 
να κρύψουμε το πρόσωπό μας...

F. PESSOA: ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΩΔΗ


ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΩΔΗ 
Θέλω να φύγω μαζί μας, 
θέλω να φύγω μαζί σας,

Με όλους εσάς μαζί,
Παντού όπου πηγαίνετε!
Τους κινδύνους σας θέλω μπροστά μου να βρω,
Στο πρόσωπό μου, τους ανέμους να νιώσω,
Αυτούς, που το δικό σας γέμισαν ρυτίδες,
Το αλάτι της θάλασσας, 
που τα χείλη σας φίλησε, να φιλήσω
Στη δουλειά σας το χέρι μου να βάλω,
Τις καταιγίδες σας να μοιραστώ,
Και σαν κι εσάς, 
σε πανέμορφα λιμάνια να φτάσω!
Τον πολιτισμό, όπως κι εσείς, 
πίσω μου να αφήσω!
Μαζί σας κάθε ίχνος ηθικής να χάσω!
Στ' ανοιχτά να νιώσω 
την ανθρωπιά μου ν' αλλάζει!
Τις θάλασσες του Νότου μαζί σας να πιω,
Άγρια πράγματα νέα, 
νέες της ψυχής επαναστάσεις,
Νέες φωτιές πυρηνικές 
στο ηφαιστειακό μου πνεύμα!
Να φύγω μαζί σας, 
ν' απογυμνωθώ-εμπρός, ουστ!-
Απ' τα πολιτισμένα ρούχα μου, 
τα ήθη τα χρηστά,
Τον έμφυτό μου φόβο για τις φυλακές,
Την ήσυχη ζωή μου,
Την καθιστική, τη στατική, 
την προσεγμένη, την κανονική!

Στη θάλασσα, στη θάλασσα, 
στη θάλασσα, στη θάλασσα,
Αχ!Στη θάλασσα, στον άνεμο, 
στα κύματα, τη ζωή μου
Να πετάξω!

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Κωστὴς Παλαμᾶς: Δόξα στὸ Μεσολόγγι


Δόξα στὸ Μεσολόγγι

Γῆ, τοὺς ξάστερους πάντοτε οὐρανούς μου
Κάθε λογῆς κόσμοι ἀστρικοὶ πλουμίζουν,
Ἄστρα ποὺ σβύνουν καὶ ποὺ πέφτουν, ἄστρα
Ποὺ τρεμοφέγγουν,
Πλανῆτες, φωτοσύγνεφα, κομῆτες,
Φῶτα χλωμὰ καὶ φῶτα θάμπωμα, ἥλιοι,
Πὲς τὰ μαργαριτάρια καὶ χρυσάφια,
Πὲς τὰ διαμάντια.
Μὰ ἐσύ, ρουμπίνι ἀπ᾿ τοὺς ἀχνοὺς δεμένο
Μαρτυρικῶν καὶ ἡρωικῶν αἱμάτων.
Στὸν οὐρανὸ τῆς πλάσης, 
καθὼς εἶναι τοῦ πόλου τὸ ἄστρο,
Τοῦ πόλου τὸ ἄστρο ἐσὺ 
στοὺς οὐρανούς μου
Τῆς Δόξας, δόξα, ὦ Γῆ! Τὸ Μισολόγγι:
Κι᾿ οἱ μὲ ὀνόματα μύρια γνωρισμένοι
Κόσμο μου ποὺ εἶναι
Κι᾿ οἱ ἀπὸ σπαθιοῦ καταχτητές, 
καὶ οἱ δάφνες
Τῶν πολεμάρχων οἱ αἱματοβαμμένες,
Κι᾿ οἱ Ἀλέξαντροι
Κι᾿ οἱ Ἑφτάλοφες καὶ οἱ Νίκες
Καὶ οἱ Σαλαμῖνες,
Καὶ μὲ τὶς ἱστορίες οἱ πολιτεῖες
Καὶ στόματα χρυσὰ καὶ οἱ Κυβερνῆτες
Κι᾿ οἱ Ἠράκλειτοι τοῦ Λόγου 
καὶ τῆς Τέχνης
παντοῦ κι᾿ οἱ Αἰσχύλοι,
Ἀνήμποροι ὅπως κι᾿ ἂν σταθοῦν 
μπροστά σου,
Καὶ σὲ μιᾶς τρίχας ἤσκιο νὰ θολώσουν
Τὴν ξεκομμένη ἀπ᾿ τοῦ Κυρίου τὴν ὄψη
Φεγγοβολιά σου.
Μισολόγγγι. Χαρὰ τῆς ἱστορίας,
Γῆ ἐπαγγελμένη. Πᾶνε ἑκατὸ χρόνια,
Κι᾿ ἂς πᾶνε. 
Ἡ θύμηση ἄχρονη μπροστά σου
Θὰ γονατίζει..

(1926, ἀπαγγέλθηκε
ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ποιητή, στὴν 
100η ἐπέτειο τῆς Ἐξόδου στὸ Μεσολόγγι)

Κωστὴς Παλαμᾶς