Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Σπύρος Ποταμίτης: Λευτέρωσέ με


Λευτέρωσε με!
Σε μια θρυαλλίδα φωτός αιχμάλωτος
βασανίζω την ανέχεια της ανημπόριας.
Πίσω μου το εξαγγελτικό χάος χειμάζει
όσα δεν μπόρεσα με το παρόν μου να φέρω.
Διακαής πόθος ο ενάρετος που αναζήτησα
στη σφυρήλατη μήτρα των ανθρώπινων καλουπιών
εξωραΐζεται στις εφήμερες ελεγείες των ποιητών.
Το μέγα τέμενος ένας απάνθρωπος γίγαντας
συγκαταλέγει μια ανακόλουθη ιεραρχία μίσους
στα σπλάχνα του κι η ρέμβη των άστρων
πλουμισμένη εξορκισμούς περιλάμπει το πένθιμο.
Στη γη των προγόνων μου το άγγιγμα της βροχής
ένας κατακλυσμός που αφανίζει γένη με θεούς
ανίκανους να λυτρώσουν το πνεύμα που κόχλασε.
Φωτιές ψυχών που καίγονται στην επίγεια κόλαση
δοξολογούν τον παράδεισο των ουρανών. Δείτε!
Κόκκινες νιφάδες συλλαβίζουν αλφάβητα τρόμου
στους ματωμένους κάμπους με εκμαυλισμένες σπορές.
Ένα αέναο βασίλειο νεκρών με προβιές ζωής
υποκλίνονται στο ανέκαθεν και το πάντα του ποιμένα
που με πρόσωπο ανθρώπου σφυρηλατεί αλυσίδες
διαιωνίζοντας τη βασιλεία του στους αιώνες των αιώνων...

Λευτέρωσε με! 
Είμαι της γύρης ο έγκλειστος πρόγονος.
Ο από πάντα απατηλός οίστρος των ανθοφοριών.
Ο ένας που μόνος δεν μπορεί να υπάρξει. 
Η ζωή είναι λίγη για να τη δαμάσω με αιωνιότητα. 
Τώρα στην αλκή των φιλιών σου μόνο ελπίζω, 
ύστερα ο πρώτος ανθός του κόσμου θα γεννηθεί μέσα σου
από ένα σπέρμα ταπεινό της σοφίας που απώλεσα
στην άμορφη φλόγα της ψυχής που ζητά το σχήμα σου...

Λευτέρωσε με!

Σπύρος Ποταμίτης
22-9-2014


Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ: ΑγιαΝάπα


ἉγιαΝάπα, Α´

Καὶ βλέπεις τὸ  φ ῶ ς  τοῦ ἥλιου 
καθὼς ἔλεγαν οἱ παλαιοί.
Ὡστόσο νόμιζα πὼς ἔβλεπα τόσα χρόνια
περπατώντας..
 ἀνάμεσα στὰ βουνὰ καὶ στὴ θάλασσα
συντυχαίνοντας ἀνθρώπους...
 μὲ τέλειες πανοπλίες...
παράξενο, δὲν πρόσεχα.. 
πὼς ἔβλεπα μόνο τὴ φωνή τους.
Εἴταν τὸ αἷμα... 
ποὺ τοὺς ἀνάγκαζε νὰ μιλοῦν,
τὸ κριάρι.. 
ποὺ ἔσφαζα 
κι ἔστρωνα στὰ πόδια τους...
μὰ... δὲν εἴταν τὸ φῶς... 
ἐκεῖνο τὸ κόκκινο χαλί.
Ὅ,τι μου λέγαν  ἔ π ρ ε π ε... 
νὰ τὸ ψηλαφήσω
ὅπως ὅταν σὲ κρύψουν... 
κυνηγημένο νύχτα σὲ στάβλο
ἢ φτάσεις τέλος τὸ κορμὶ... 
 βαθύκολπης γυναίκας
κι εἶναι γεμάτη ἡ κάμαρα 
πνιγερὲς μυρωδιές...
ὅ,τι μοῦ λέγαν δορὰ καὶ μετάξι.

Παράξενο, τὸ βλέπω  ἐ δ ῶ...
τὸ  φ ῶ ς  τοῦ ἥλιου... τὸ  χ ρ υ σ ὸ  δίχτυ
ὅπου τὰ πράγματα σπαρταροῦν 
σὰν τὰ ψάρια
ποὺ ἕνας μεγάλος ἄγγελος τραβᾶ
μαζὶ μὲ τὰ δίχτυα τῶν ψαράδων.

ΑγιαΝάπα, Β'

Κάτω ἀπ᾿ τὴ γέρικη συκομουριὰ
τρελὸς ὁ  ἀ γ έ ρ α ς... ἔπαιζε
μὲ τὰ πουλιὰ μὲ τὰ κλωνιὰ
καὶ δὲ μᾶς ἔκραινε.

Ὥρα καλή σου... ἀγέρα τῆς ψυχῆς
ἀ ν ο ί ξ α μ ε,, τὸν κόρφο μας
ἔλα νὰ μπεῖς.... ἔλα νὰ πιεῖς
ἀπὸ τὸν πόθο μας.
Κάτω ἀπ᾿ τὴ γέρικη συκομουριὰ
ὁ ἀγέρας σηκώθη κι ἔφυγε
κατὰ τὰ κάστρα τοῦ βοριὰ
καὶ δὲ μᾶς ἄ γ γ ι ξ ε.

Θυμάρι μου καὶ δεντρολιβανιά,
δ έ σ ε... γερὰ τὸ στῆθος σου
καὶ βρὲς σπηλιὰ καὶ βρὲς μονιὰ
κρύψε τὸ λύχνο σου.

Δὲν εἶναι ἀγέρας τοῦτος τοῦ Βαγιοῦ
δὲν εἶναι τῆς Ἀνάστασης
μὰ εἶναι τῆς  φ ω τ ι ᾶ ς.. καὶ τοῦ καπνοῦ
τῆς ζ ω ῆ ς.. τῆς ἄχαρης.
Κάτω ἀπ᾿ τὴ γέρικη συκομουριὰ
στεγνὸς ὁ ἀγέρας γύρισε
ὀσμίζουνταν παντοῦ φλουριὰ
καὶ μᾶς ἐπούλησε.

Γ. Σεφέρης

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ: Διάλειμμα Χαράς



Διάλειμμα Χαρᾶς
Πεντέλη, ἄνοιξη

Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλοι
 ἐκεῖνο τὸ πρωὶ
θεέ μου πόσο χαρούμενοι.
Πρῶτα γυάλιζαν οἱ πέτρες..
τὰ φύλλα.. τὰ λουλούδια
ἔπειτα ὁ ἥλιος
ἕνας μεγάλος ἥλιος ὅλο ἀγκάθια 
μὰ τόσο ψηλὰ στὸν οὐρανό.
Μιὰ νύμφη μάζευε τὶς ἔννοιές μας 
καὶ τὶς κρεμνοῦσε στὰ δέντρα
ἕνα δάσος ἀπὸ δέντρα τοῦ Ἰούδα.
Ἐρωτιδεῖς καὶ σάτυροι 
παῖζαν καὶ τραγουδοῦσαν
κι ἔβλεπες ρόδινα μέλη 
μέσα στὶς μαῦρες δάφνες
σάρκες μικρῶν παιδιῶν.

Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλο τὸ πρωΐ
ἡ ἄβυσσο κλειστὸ πηγάδι
ὅπου χτυποῦσε τὸ τρυφερὸ πόδι 
ἑνὸς ἀνήλικου φαύνου
θυμᾶσαι τὸ γέλιο του: πόσο χαρούμενοι!

Ἔπειτα σύννεφα βροχὴ 
καὶ τὸ νοτισμένο χῶμα
ἔπαψες νὰ γελᾶς 
σὰν ἔγειρες μέσα στὴν καλύβα
κι ἄνοιξες τὰ μεγάλα σου τὰ μάτια 
κοιτάζοντας τὸν ἀρχάγγελο 
νὰ γυμνάζεται μὲ μία πύρινη ρομφαία-

«Ἀ ν ε ξ ή γ η τ ο» εἶπες «ἀνεξήγητο
δὲν καταλαβαίνω τοὺς  ἀ ν θ ρ ώ π ο υ ς
ὅσο καὶ νὰ παίζουν μὲ τὰ χρώματα
εἶναι  ὅ λ ο ι  τους... μαῦροι».

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ


Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Σπύρος Ποταμίτης: Η Γυναίκα της Σιωπής



Η γυναίκα της σιωπής στα κρύα νερά
της λιμνοθάλασσας θυσιάζει τη γύμνια της.
Σαν ένα άλλο πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι
το τοπίο γερνάει διασώζοντας την καλλονή του.

Ποιος δαίμονας εξαγόρασε την ψυχή της
κι απαστράπτει ολάκερη θηλυκός αρχάγγελος;

Σπύρος Ποταμίτης
4-9-2014

Σπύρος Ποταμίτης: Σε δυο λέξεις ολόκληρη η ζωή μου



Ερωτεύομαι τους χυμούς σου
στην ουσία της σάρκας σου δένομαι.
Αρχαία καραβάνια της ψυχής μου

μέσα σου ξεδιψούν άλικο φως
ξεκουράζοντας σχήματα ζωής
που δέθηκαν αγκαλιές έρωτα.

Από πάντα δικός σου συντρίβομαι
στην απουσία σου και δέομαι
στη πηγή του κορμιού σου
αναβλύζοντας ιδρώτα ηδονών.

Τα πέπλα της νύχτας με μύρα
ακουμπούν τις μέρες μου 
όσα έκρυψες να φανερωθούν
και στο λίκνο των χειλιών σου
λευκά περιστέρια τα φιλιά μου
να λευτερωθούν και να πετάξουν. 

Κάτω απ΄ τ’ αστέρια
μέσα στα λιόδεντρα
στις παρυφές των λουλουδιών
οι νύμφες των κυττάρων μου
οργιάζουν για ένα σου χάδι.

Πάλλομαι εκστατικά
τα χέρια μου αποδημούν
στις μακρινές φωτιές του απείρου
λόγια που επιστρέφουν φλογισμένα
να σου μιλήσουν νωπή αγάπη.
Άκουσε με! Είμαι εδώ για σένα!
Στους ορίζοντες του κορμιού σου δύω
κι απ΄ τους κροτάφους σου ανατέλλω
λουσμένος χρώματα της ψυχής σου.
Ένα θαλασσί φουστάνι η θάλασσα
που μας ντύνει γυμνούς στο γαλάζιο
ιστούς που ανεμίζουν τα κύματα τους.
Ρόδινη η αγκαλιά της φωτιάς μας καίει
σε σάρκες που δεν γίνεται να υπάρξουν
παρά μόνο χυτευμένες στη καρδιά.

Εδώ σ΄ αγαπώ και στο γέρμα του κόσμου
κρεμώ φυλαχτό τα σπλάχνα μου για σένα
να μυρώσει η ζωή και να σ΄ έχει δική μου!

Σ΄ ερωτεύομαι αδιάκοπα σε κάθε παλμό
που το αίμα μου κυλά να φτάσει σε σένα.
Σε δυο λέξεις ολόκληρη η ζωή μου: «Σ’ αγαπώ»!

Σπύρος Ποταμίτης
[Από την ποιητική συλλογή «Αιθέρια αγκαλιά» ]

ΣΠΥΡΟΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ



Είμαι πωρωμένος.

Είμαι πωρωμένος από παιπάλη κραυγών
και κονιορτό πόθων.
Γκρίζος από στάχτη αυγών που κάηκαν
αθέατες και διακριτικές.
Γαλάζιος απ΄ τη φυλλορροή των ουρανών
και το ιώδιο του πελάγου.
Λευκός απ΄ την μπογιά του ασβέστη
και τους ανθούς του χαλαζιού.
Στροβιλίζομαι μες στην οργή των ανθρώπων
και τη τρικυμία των στοχασμών.
Χαραγμένος απ΄ τη σκουριά των ονείρων
και τη δύναμη των ανέμων σκέφτομαι.

Είμαι εδώ όπως ένα μαραμένο κρίνο
ξεχασμένο σε βάζο με ακάθαρτο νερό.
Αντιπαλεύω τον εαυτό μου με μανία
ζαλισμένος απ΄ τον ίλιγγο της σιωπής.
Δεν βλέπω πουθενά. Δεν αγγίζω τίποτα.

Κάπου – κάπου τραγουδάω σαν τον πρωινό τσίπιρα
δειλά – δειλά πριν χαράξει.
Κάπου – κάπου ανοίγω το παράθυρο να δεχτώ
τον άνεμο που θεριεύει.
Κάπου – κάπου ανακατεύω την αγρύπνια μου
με την ώχρα του φεγγαριού θεραπευτικό βότανο.

Είναι φορές που λέω ότι έχω μια μεγάλη ουλή
ανάμεσα στα κλειστά μου μάτια
που ταξιδεύουν τα μεταγωγικά πλοία
όπως με παλίρροια το Σουέζ.
Κι όμως αναπνέω στον ίδιο ρυθμό από αιώνες
το ίδιο σαν να γράφω χρόνια την ίδια λέξη
σε σελίδες φύλλων αδιάκοπα, μονόλεξο ανθολόγιο.

Κάποιες φορές το μονοπάτι στενεύει
σαν θέλεις να διαβείς τη στενωπό του αδιάψευστου
τόσο που λες δεν θα χωρέσεις και νιώθεις απειλή ναυαγίου
κοντά στην ακτή με τα βράχια και το φάρο
που φυλάνε το άνοιγμα.
Τούτος ο φάρος σηματοδοτεί το κουφάρι μου
που αναπαύεται μακάριο στο βυθό του.

Αγριεμένος σαν το τσακάλι που παραμονεύει
το θήραμα του πίσω απ΄ τις φυλλωσιές
μια φλόγα ανάβει στα μάτια μου, μικρός φονιάς.
Θέλω να διαρρήξω τους ιστούς της σάρκας μου
και να γευτώ την ουσία των πρωτεϊνών μου.
Είμαι πεινασμένος σαν τους Αφρικάνικους λαούς
αφυδατωμένος απ΄ την ξηρασία
και διογκωμένος από την έλλειψη ασβεστίου.
Τούτος ο χρόνος με μεγάλωσε τόσο που γέρασα
σαν την παρθένα που απώλεσε την αγνότητα της
για να ενηλικιωθεί.

Είμαι ένας μαγικός αυλός στα χέρια
του πιο ακαμάτη μουσουργού.
Θέλω να μαγέψω την ακοή των αγγέλων
και να αιχμαλωτίσω τη δύναμη των θεών.
Θρυμματίζω τον γιγάντιο σαρκοφαγωμένο βράχο
που στέκει δίπλα στο πέλαγος ακοίμητος φρουρός
της τραμουντάνας που θεριεύει τα κύματα
και κάνει τα καράβια να δένουν στα απάνεμα.
Όταν μανιάζει η καταιγίδα βγαίνω και περπατάω
στο βρεγμένο χώμα. Απ΄ τη λάσπη στραγγίζω
την υγρασία στα υγρά μου χείλη και γεύομαι
την ανελέητη δροσιά της σκληράδας της.
Όταν κοπάζει ο άνεμος γυρίζω πίσω
σαν να φοβάμαι τη θύελλα της άπνοιας και των λιμανιών
και να βουλιάζω στο βάλτο που δεν ταράζει
τίποτα τα νερά του.

Είμαι ένας οξειδωμένος μεντεσές της πόρτας
που διακινδυνεύει το άνοιγμα της στον άνθρωπο.
Να γιατί θέλω να συντρίψω την αλληλουχία των καιρών
μες στο πέρασμα των αιώνων.
Να γιατί θέλω να σωρεύσω την ιερή τέφρα
των νεκρών μέσα απ΄ τις σάρκες μου.
Να γιατί θέλω να εξουθενώσω το ανυπέρβλητο
και να καταδείξω την παντοτινότητα του μικρού.
Είμαι ολοκόκκινος. Μια λευκή γάζα που βάφτηκε
μέσα στο αίμα των ανθρώπων.

Να γιατί δεν είμαι τίποτα άλλο
από ένας οξειδωμένος μεντεσές
που τρίζει ανοίγοντας την καρδιά του!

Σπύρος Ποταμίτης
[ Από την ποιητική συλλογή «Απόσταση αναπνοής» ]

NOAM CHOMSKY


ΝΟΑΜ ΤΣΟΜΣΚΥ : Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ