Κυριακή 15 Ιουνίου 2014
Σάββατο 14 Ιουνίου 2014
Jorges Luis Borges: περί Φιλίας
Με θέλεις σαν Φίλο?
Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής.
Δεν έχω απαντήσεις για τις αμφιβολίες
και για τις αγωνίες σου,
όμως μπορώ να τις ακούσω
και να τις μοιραστώ μαζί σου.
Δεν μπορώ να αλλάξω ούτε το παρελθόν
ούτε το μέλλον σου,
όμως όταν χρειαστεί θα είμαι κοντά σου.
Δεν μπορώ να σε εμποδίσω να πέσεις
μπορώ μόνο να σου προσφέρω το χέρι μου
για να στηριχθείς και να μην πέσεις.
Η χαρά σου, η επιτυχία σου
κι ο θρίαμβός σου δεν είναι δικά μου,
όμως χαίρομαι ειλικρινά,
όταν σε βλέπω ευτυχισμένο
Δεν κρίνω τις αποφάσεις που παίρνεις στη ζωή
Μου φτάνει να σε στηρίξω, να σε ενισχύσω
και να σε βοηθήσω, αν μου το ζητήσεις.
Δεν μπορώ να βάλω όρια στις κινήσεις σου
όμως μπορώ να σου προσθέρω χώρο ν'αναπτυχθείς.
Δεν μπορώ να διώξω το πόνο απ'την καρδιά σου,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψουμε μαζί τα κομμάτια της ξανά.
Δεν μπορώ να σου πω τι είσαι
ούτε τι θα πρέπει να είσαι.
Μπορώ μόνο να σε δέχομαι όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.
Σήμερα σκεφτόμουνα κάποιον που να είναι φίλος μου
και σε κείνη τη στιγμή εμφανίστηκες εσύ.
Δεν είσαι ούτε πάνω, ούτε κάτω, ούτε στη μέση
δεν είσαι ούτε στη κορυφή, ούτε στο τέλος
Δεν είσαι ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος αριθμός,
Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής.
Δεν έχω απαντήσεις για τις αμφιβολίες
και για τις αγωνίες σου,
όμως μπορώ να τις ακούσω
και να τις μοιραστώ μαζί σου.
Δεν μπορώ να αλλάξω ούτε το παρελθόν
ούτε το μέλλον σου,
όμως όταν χρειαστεί θα είμαι κοντά σου.
Δεν μπορώ να σε εμποδίσω να πέσεις
μπορώ μόνο να σου προσφέρω το χέρι μου
για να στηριχθείς και να μην πέσεις.
Η χαρά σου, η επιτυχία σου
κι ο θρίαμβός σου δεν είναι δικά μου,
όμως χαίρομαι ειλικρινά,
όταν σε βλέπω ευτυχισμένο
Δεν κρίνω τις αποφάσεις που παίρνεις στη ζωή
Μου φτάνει να σε στηρίξω, να σε ενισχύσω
και να σε βοηθήσω, αν μου το ζητήσεις.
Δεν μπορώ να βάλω όρια στις κινήσεις σου
όμως μπορώ να σου προσθέρω χώρο ν'αναπτυχθείς.
Δεν μπορώ να διώξω το πόνο απ'την καρδιά σου,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψουμε μαζί τα κομμάτια της ξανά.
Δεν μπορώ να σου πω τι είσαι
ούτε τι θα πρέπει να είσαι.
Μπορώ μόνο να σε δέχομαι όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.
Σήμερα σκεφτόμουνα κάποιον που να είναι φίλος μου
και σε κείνη τη στιγμή εμφανίστηκες εσύ.
Δεν είσαι ούτε πάνω, ούτε κάτω, ούτε στη μέση
δεν είσαι ούτε στη κορυφή, ούτε στο τέλος
Δεν είσαι ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος αριθμός,
ούτε το προσδοκώ να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στο κατάλογο για σένα.
Αρκεί που με θέλεις σαν φίλο
δεν είμαι τίποτε το σπουδαίο
όμως προσπαθώ.. να είμαι ότι μπορώ.
Μετάφραση. Lunapiena
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στο κατάλογο για σένα.
Αρκεί που με θέλεις σαν φίλο
δεν είμαι τίποτε το σπουδαίο
όμως προσπαθώ.. να είμαι ότι μπορώ.
Μετάφραση. Lunapiena
Etichette:
ΖΩΗ,
ΠΑΙΔΕΙΑ,
ΠΟΙΗΣΗ,
Ποίηση και Λογοτεχία Λατινικής Αμερικής,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ,
ΦΙΛΙΑ,
AMICIZIA,
Jorge Luis Borges,
LUNAPIENA
Jorge Luis Borges: ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ
ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ
Αν κοιτάξουμε το ποτάμι, φτιαγμένο από χρόνο και νερό
και θυμηθούμε ότι ο χρόνος είναι ένας ποταμός
μαθαίνουμε οτι κι εμείς χανόμαστε σαν το ποτάμι
και τα πρόσωπα περνούν στη ζωή μας σαν το νερό.
Αν αισθανθούμε οτι το ξύπνημα είναι ένα όνειρο
που ονειρεύεται, ότι δεν ονειρεύεται τον θάνατο
που το κορμί μας τρέμει... είναι αυτός ο θάνατος
της κάθε νύχτας, που ονομάζουμε όνειρο, τελικά.
Αν δούμε τις μέρες και τα χρόνια σαν ένα σύμβολο
των ημερών του ανθρώπου και των χρόνων του
κι αν μετατρέψουμε το πέρασμα των χρόνων
σε μια μουσική... η φωνή είναι ένα σύμβολο.
Αν δούμε στο θάνατο το όνειρο, στο ηλιοβασίλεμα
ένα θλιμένο θησαυρό.. αυτό είναι η Ποίηση
που είναι φτωχειά κι αθάνατη. Η ποίηση
που γυρίζει όπως η αυγή και το ηλιοβασίλεμα,
Στο λυκόφως ένα πρόσωπο, μας κοιτά
σαν απ'το βάθος ενός καθρέφτη:
Κι είν'η τέχνη που μοιάζει σαν τον καθρέφτη
που μας αποκαλύπτει το προσωπό μας.
Λένε πως ο Οδυσσέας, χορτάτος από σπατάλες
έκλαψε από αγάπη, αντιλαμβάνοντας την σημασία
της μικρής καταπράσινης Ιθάκη του. Η Τέχνη είναι αυτή,
η ιθάκη της πράσινης αιωνιότητας και όχι της σπατάλης.
Κι είναι όπως το ποτάμι που δεν έχει τέλος
που κυλάει και μένει σαν κρύσταλλο ίδιο,
Ο Ηράκλειος το θέλει αιώνια αλλαγή, που είναι το ίδιο
κι είναι άλλο, όπως το ποτάμι που τέλος δεν έχει.
Jorge Luis Borges
Trad. Lunapiena
Αν κοιτάξουμε το ποτάμι, φτιαγμένο από χρόνο και νερό
και θυμηθούμε ότι ο χρόνος είναι ένας ποταμός
μαθαίνουμε οτι κι εμείς χανόμαστε σαν το ποτάμι
και τα πρόσωπα περνούν στη ζωή μας σαν το νερό.
Αν αισθανθούμε οτι το ξύπνημα είναι ένα όνειρο
που ονειρεύεται, ότι δεν ονειρεύεται τον θάνατο
που το κορμί μας τρέμει... είναι αυτός ο θάνατος
της κάθε νύχτας, που ονομάζουμε όνειρο, τελικά.
Αν δούμε τις μέρες και τα χρόνια σαν ένα σύμβολο
των ημερών του ανθρώπου και των χρόνων του
κι αν μετατρέψουμε το πέρασμα των χρόνων
σε μια μουσική... η φωνή είναι ένα σύμβολο.
Αν δούμε στο θάνατο το όνειρο, στο ηλιοβασίλεμα
ένα θλιμένο θησαυρό.. αυτό είναι η Ποίηση
που είναι φτωχειά κι αθάνατη. Η ποίηση
που γυρίζει όπως η αυγή και το ηλιοβασίλεμα,
Στο λυκόφως ένα πρόσωπο, μας κοιτά
σαν απ'το βάθος ενός καθρέφτη:
Κι είν'η τέχνη που μοιάζει σαν τον καθρέφτη
που μας αποκαλύπτει το προσωπό μας.
Λένε πως ο Οδυσσέας, χορτάτος από σπατάλες
έκλαψε από αγάπη, αντιλαμβάνοντας την σημασία
της μικρής καταπράσινης Ιθάκη του. Η Τέχνη είναι αυτή,
η ιθάκη της πράσινης αιωνιότητας και όχι της σπατάλης.
Κι είναι όπως το ποτάμι που δεν έχει τέλος
που κυλάει και μένει σαν κρύσταλλο ίδιο,
Ο Ηράκλειος το θέλει αιώνια αλλαγή, που είναι το ίδιο
κι είναι άλλο, όπως το ποτάμι που τέλος δεν έχει.
Jorge Luis Borges
Trad. Lunapiena
Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014
ΑΓΧΩΔΗΣ ΕΜΠΕΙΡΑ - Νίκος Καρούζος

Τ’ απόγευμα της Κυριακής
ανοίγω το ραδιόφωνο
σηκώνω το καπάκι της σιωπής.
Ποδόσφαιρο. Χρωματιστές φανέλες.
«Έχουμε φτάσει στο ένατο λεπτό
του πρώτου ημιχρόνου...»
Κατεβάζω το καπάκι.
Πόσο μπορούμε, αλήθεια, να κοιτάζουμε
στην ψυχή μας μέσα ολομόναχοι;
Απολαμβάνω για λίγο
συντριπτική γαλήνη
και ξανανοίγω.
«Την τελευταία στιγμή τρέχει ο Κλάφτης
και κατορθώνει να βοηθήσει την κατάσταση
προσπαθεί να προωθήσει το παιχνίδι
μαρκάρεται όμως απ’ τον Πονεμένο...» -
κλείνω.
Ησυχία με θεόκλειστα παράθυρα.
Ιδεώδης ηρεμία των δευτερολέπτων.
Ανοίγω.
Την άρνηση πνίγω.
«...ένα πλάγιο άουτ υπέρ της Ενώσεως.
Το εκτελεί γρήγορα ο Κλούβας...» -
αλλά ξανακλείνω ζαλισμένος.
Φοβερό καπάκι.
Πυκνότερη σιωπή.
Ανάβω ένα κεράκι
και χαίρομαι την εξουσία μου.
Ο θάνατος εργάζεται εδώ και εκεί.
Ξανανοίγω.
«Κοντρολάρει έξω απ’ τη μεγάλη περιοχή...»
Όλο το γήπεδο σείεται με καταρρακτώδη βροχή.
«...τη μπάλα τώρα έχει ο Γρηγορίδης
και ψάχνει μάταια να βρει συμπαίχτη του...»
Έτσι, στοχάζομαι, προβάλλει η ψυχή
στη ματαιότητα λάμπει.
Τώρα μπερδεύτηκα πια μεσ’ στις φωνές
ουρλιάζουν τα πάντα.
«...ο Πονεμένος σουτάρει από πολύ κοντά
ο Αρχειοφύλαξ αποκρούει...»
Ν’ ανοίξω το παράθυρο
το παράθυρο, το παράθυρο.
Αυτή η ζωή... Αυτή η δύναμη...
Να ’χει στην ίδια δυνατότητα
την ησυχία και το σάλο...
*****
Από τη ποιητική συλλογή: ΠΕΝΘΗΜΑΤΑ – 1969
Etichette:
ΖΩΗ,
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ,
Νοσταλγία,
ΠΑΙΔΕΙΑ,
ΠΟΙΗΣΗ,
Πολιτική,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ,
MUSICA
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


