Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

ANDRE' BRETON: «Τα γραπτά φεύγουν»



ANDRE' BRETON: «Τα γραπτά φεύγουν»
Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος

Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία 
σχηματίζει... μια γυναίκα τόσο ωραία
που όταν δεν διαβάζει κανείς... την ατενίζει με λύπη
χωρίς να τολμά... να της μιλήσει
χωρίς να τολμά να της πει πως είναι τόσο ωραία
που αυτό που πρόκειται να μάθουμε.. δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά... ανεπαισθήτως 
μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
καμιά φορά στρέφεται... μέσα στις τυπωμένες εποχές
και ζητά την ώρα... ή καμώνεται
πως κοιτάζει... τα κοσμήματα κατάματα
όπως δεν κάνουν... τ’ αληθινά πλάσματα...

Και ο κόσμος πεθαίνει
ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια του αέρος
ένα σχίσμα.... στην θέση της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες.... φέρνουν αοιδούς
των οποίων η φωνή... έχει το χρώμα της άμμου
πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
και καμιά φορά οι βραδινές... 
αφήνουν να περάσουν
κάτι πολύ νέα κοριτσάκια...
 που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα
ορισμένων γραμμάτων.... όπου χέρια πιο λευκά
από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
αφανίζουν..... μια φωλιά λευκών χελιδονιών
για να βρέχει πάντοτε....

Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά
δεν μπορούνε πια να σμίξουν
Χέρια απ’ όπου ανεβαίνει κανείς...
 σε μπράτσα τόσο ελαφρά
που η άχνα των λιβαδιών στα χαριτωμένα της
κυματιστά περιπλέγματα πάνω από τις λίμνες
είναι.... ο ατελής τους κ α θ ρ έ φ τ η ς...
μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο
παρά με τον εξαιρετικό κίνδυνο... ενός σώματος
καμωμένου για τον έρωτα
του οποίου η κοιλιά... 
καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν
από θάμνους.... γιομάτους πέπλους
και που δεν έχει... τίποτε το εγκόσμιο
εκτός... από την αχανή παγωμένη αλήθεια 
των ελκήθρων... των βλεμμάτων... 
επί της κατάλευκης εκτάσεως
αυτού που.... δεν θα ξαναδώ πια
εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
που φορώ.... στο παιχνίδι
 της τυφλόμυγας των τραυμάτων...

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: ΤΕΡΤΣΙΝΕΣ


Δάντης, στίχοι 1-45
Τραχιές ψυχές, που νοιώθετε από αγάπη
και ρόδο, ανθάτε στη φωτιά στα φρένα,
τον αρχηγό αγναντέψτε μες τη ράπη

 τη λιοφρυμένη να περνάει σκυμμένα,
με τη ζεστή χινοπωριάτα στάλα,
κι οκνός, χλωμός να μπαίνει στη Ραβέννα.

Περνούσαν τ’ αρχοντόπουλα καβάλα
με το σγουρό γεράκι απά στο γρόθο
διαλαλούν οι καμπάνες στα μεγάλα

καμπαναριά της προσευκής τον πόθο
κι αυτός, πικρό δαφνόφυλλο στα χείλη
δαγκώντας, μίλαε στην ψυχή του: “Νιώθω

τούτο, ψυχή, τ’ ολόστερνό σου δείλι!
Δυο ρούσα χερουβίμ, δεξιά-ζερβά του
το ναι και τ’ όχι, στάθηκαν σαν σκύλοι

βουβοί, του κυνηγάτορα θανάτου.
Τα σπλάχνα του ανοικτήκανε σαν τάφοι
κι ασκώθηκε φωνή βραχνή βαθιά του:

Να μην πεθάνω, Θε μου, πρι στο θειάφι
να ρίξω τους οχτρούς μου και στην πίσσα
τα γράφει ο νους, Θεός δεν τα ξεγράφει!

Αχτι, κατάρα, γδίκηση και λύσσα
σακούλα κάμπιες η καρδιά κουνούσε
και σαν οχιά η λιγνή ψυχή του εφύσα!

Ένα τον ένα εχτρό του σφεντονούσε
μες τους εννιά του νου κατραμοχύτες
κι όλο το μαύρο σπλάχνο του αλυχτούσε-

κιοτήδες, ψεύτες, κάλπηδες, κοπρίτες
τσιγκούνοι, κτηνοβάτες και ρουφιάνοι
και γαύροι καλογέροι αρσενοκοίτες!

Σκυφτός, βουβός, στο λαύρο φλογομάνι
τους γύρναε, τους σιγόψηνε ως καβούρια,
τ’ αρθούνια αχνίζαν λιμαρά, ντουμάνι

και κόλαση έκλωθε, να βρει καινούρια.
Πολλά φτενή, δροσάτη η χιλιοπήχω
του εφάνη η πίσσα που χοχλάκαε κι ούρια,

κι ακούμπησε φρουμάζοντας στον τοίχο,
ψακογελάει, σηκώνει το καμάκι
και τους βουτά, ανακέφαλα, στο στίχο.

Το μίσος, κιτρινόμαυρο γεράκι,
αρχάγελλος της αρετής προστάτης,
γαντζώθη ορθό, σταλάζοντας φαρμάκι,

στις φρένες τ’ αρχηγού μας, κι οδηγά τις.
Όσο ο Θεός βαστάει, βαστάει το μίσος,
στην πόρτα της Παράδεισος, περάτης...

........................

από το έργο του Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ...
ΤΕΡΤΣΙΝΕΣ... 
με τον τίτλο "Δάντης"
που αποτελείται από 181 στίχους
...........................

στο ιδιαίτερο τούτο έργο του ο Ποιητής  μας δίνει...
τον ορισμό της ΤΕΡΤΣΙΝΑΣ:

Ρίμες πλεχτές, σκληρό ακολουθώντας νόμο
τρεις τρεις, σφικτά σοφίλιαζαν σαν πέτρες
κι οι στοχασμοί, στου νου τον οικοδόμο

πιστοί, κολόνες σκώνουνταν ουδέτρες
κι αρμονικές φωνές μες στο σκοτάδι
τη λειτουργία κυβερνούν νομοθέτρες.

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Tiziano Terzani: Μόνο Οι Ποιητές



Μόνο οι ποιητές, πλέον, 
μόνο οι άνθρωποι.. που αφήνουν 
την καρδιά να φτερουγίζει,
και επιτρέπουν την φαντασία τους 
δίχως το βάρος της καθημερινότητας, 
είναι ι κ α ν ο ί... να σκεφτούν αλλιώτικα,
κι απ’αυτό έχουμε ανάγκη σήμερα. 

Μεταφρ. Lunapiena

^

“Solo dei poeti, ormai,
solo della gente
che lascia il cuore volare,
che lascia la propria fantasia
senza la pesantezza del quotidiano,
è capace di pensare diversamente,
ed è questo di cui oggi avremmo bisogno.”

Tiziano Terzani

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ

ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ
Ποίηση: ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΜΑΡΙΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ

ΣΥΜΦΩΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ
υπό την Διεύθυνση του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
Συμμετέχει η Χορωδία της NEW OPERA
και η ανδρική Χορωδία του GWALIA

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ


Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον Ήλιο 
πάνω από την Ελλάδα
Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον Ήλιο
 πάνω από τον Κόσμο!
Τι ιδέτε, εκύλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι α, ίδετε, χώθηκε τ'αξόνι του βαθειά μες στο αίμα!
Ομπρός παιδιά,
 και δε βολεί μονάχος του ν'ανέβει ο ήλιος,
σπρώχτε με γόνα και με στήθος,
να τον βγάλουμε απ'τη λάσπη,
σπρώχτε με γόνα και με στήθος, 
να τον βγάλουμε απ΄το γαίμα.
Δέστε, ακουμπάμε απάνω του 
ομοαίματοι αδελφοί του!
Ομπρός, αδέλφια, 
και μας έζωσε με τη φωτιά του
Ομπρός, ομπρός.. 
κι η φλόγα του μας τύλιξε, αδελφοί μου!

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ:Ο ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ



ΟΡΦΕΑΣ 
Είπα, κανείς μη, μ’ ακλουθήσει, 
μ ό ν ο ς... θα πάω, 
κι αν θα γυρίσω, πάλι μόνος. 
Μ’ αν δεν ξανάρθω πίσω, 
τ’ όνομά μου σας δίνω
κι Ορφανούς σας λέω,
για ν α σ τ ε... στη μοναξιά,
που θάρθει, α ν τ α μ ω μ έ ν ο ι,
Σαν τα π α ι δ ι ά... που εχάσανε
πατέρα φτωχό, κι ωσάν βραδιάσει,
σμίγουν όλα τριγύρα απ’ τη φωτιά βουβά,
κι ο νους τους, καρφωμένος
ακόμα στην αχνάδα του νεκρού τους,
κοιτάει και μεγαλώνει βαθιά του
ό,τι τους άφηκε: εν’ α λ έ τ ρ ι,
λίγες φούχτες σταριού,
δυο ξύλα ακόμα για τη γωνιά.
Κι ο πόνος, αγάλι- αγάλι.

Ξάφνου υψώνεται μπροστά τους,
Πιάνει τ’ αλέτρι σα ζευγάς,
το στάρι σάμπως σποριάς
το συντηρνάει, και λέει:
Όλη τη γη μ’ αυτά... να οργώσω
θέλω να σπείρω... όλο τον κόσμο
απ’ άκρη σ’ άκρη,
να φάει με μας... φτωχολογιά,
ποτέ της... που δε γνώρισε μάνα
...ουδέ πατέρα,
Φτάνει.. η φ ω τ ι ά.. να κάψει
λίγο ακόμα στο σπίτι,
κι ο νεκρός μας να μη λήψει
π ο τ έ... απ’ ανάμεσά μας.

Και τα πλούτη του κόσμου,
τα όπλα, οι δόξες,
τα χρυσά του παλάτια,
όλα τους φαίνονται παιχνίδι
μπρος στ’ άλετρι, το στάρι
και τη φλόγα,
του άγιου νεκρού κληρονομιά,
που 'ναι ίσως
ψωμί δε φτάνουν σήμερα να δώσουν
στα ορφανά του, στου πόνου τους
τα μάτια γιγαντώνονται,
κι αύριο, λες, θα θ ρ έ ψ ο υ ν
...την πείνα ενός λαού.

Όμοια θε νάναι λίγον καιρό
κι η ορφάνια σας, αν φύγω.
Μα η μυστική κ λ η ρ ο ν ο μ ι ά,
που αφήνω σε σας... είν’ άλλη,
κι... άλλη στράτα ο νους σας
θα πάρει σύντομα απ’ αυτή
μ’ α κ ο ύ τ ε;

......................

Άγγελος Σικελιανός
απόσπασμα από το...
 "Ο Διθύραμβος του Ρόδου"