Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Μίκης Θεοδωράκης.Raven .Γιώργου Σεφέρη,Συμφωνικό 1970



RAVREN - Το Κοράκι
(εις μνήμην του Edgar Allan Poe)

Χρόνια σαν τα φτερά. Τι θυμάται τ' ακίνητο κοράκι;

τι θυμούνται οι πεθαμένοι κοντά στις ρίζες των δέντρων;

Είχαν ένα χρώμα τα χέρια σου σαν το μήλο που πέφτει.

Κι αυτή η φωνή που ξαναγυρίζει πάντα, χαμηλή.

Εκείνοι που ταξιδεύουν

κοιτάζουν το πανί και τ' αστέρια

ακούνε τον αγέρα..

ακούνε πέρα απ' τον αγέρα την άλλη θάλασσα

σαν ένα κοχύλι κλειστό κοντά τους,

δεν ακούνε τίποτε άλλο,

δεν ψάχνουν μέσα στους ίσκιους των κυπαρισσιών

ένα χαμένο πρόσωπο, ένα νόμισμα,

δε γυρεύουν κοιτάζοντας ένα κοράκι

σ' ένα ξερό κλωνί, τι θυμάται.

Μένει ακίνητο πάνω στις ώρες μου λίγο πιό ψηλά

σαν την ψυχή ενός αγάλματος που δεν έχει μάτια

είναι ένα πλήθος μαζεμένο μέσα σ' αυτό το πουλί

χίλιοι άνθρωποι ξεχασμένοι σβησμένες ρυτίδες

ερειπωμένες αγκαλιές και γέλια που δεν τέλειωσαν

έργα σταματημένα σιωπηλοί σταθμοί

ένας ύπνος βαρύς από  χρυσά  ψιχαλίσματα.

Μένει ακίνητο. Κοιτάζει τις ώρες μου. Τι θυμάται;

Είναι πολλές πληγές μέσα στους αόρατους ανθρώπους,

μέσα του πάθη μετέωρα

περιμένοντας τη δεύτερη παρουσία

επιθυμίες ταπεινές που κόλλησαν πάνω στο χώμα

σκοτωμένα παιδιά και γυναίκες

που κουράστηκαν την αυγή.

Τάχα να βαραίνει πάνω στο ξερό κλωνί

τάχα να βαραίνει πάνω στις ρίζες του κίτρινου δέντρου

πάνω στους ώμους των άλλων ανθρώπων,

τις παράξενες φυσιογνωμίες

που δεν τολμούν να 'γγίξουν μια στάλα νερό

βυθισμένοι στο χώμα τάχα να βαραίνει πουθενά;

Είχαν ένα βάρος τα χέρια σου όπως μέσα στο νερό

μέσα στις θαλασσινές σπηλιές,

 ένα βάρος αλαφρύ χωρίς συλλογή

με την κίνηση κάποτε που διώχνουμε την άσκημη σκέψη

στρώνοντας το πέλαγο ως πέρα στον ορίζοντα στα νησιά.


Είναι βαρύς ο κάμπος ύστερ' απ' τη βροχή· τι θυμάται

η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στον γκρίζο ουρανό

σφηνωμένη ανάμεσα στον άνθρωπο

και στην ανάμνηση του ανθρώπου

ανάμεσα στην πληγή

και το χέρι που πλήγωσε μαύρη λόγχη,

σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τη βροχή,

έπεσε ο αγέρας δε σώνει η δική μου πνοή,

ποιός θα το μετακινήσει;

ανάμεσα στη μνήμη,

χάσμα—ένα ξαφνισμένο στήθος

ανάμεσα στους ίσκιους που μάχουνται

να ξαναγίνουν άντρας και γυναίκα

ανάμεσα στον ύπνο και στο θάνατο

στεκάμενη ζωή.


Είχαν μια κίνηση τα χέρια σου πάντα

προς τον ύπνο του πελάγου

χαϊδεύοντας τ' όνειρο που ανέβαινε ήσυχα

τη μαλαματένια αράχνη

φέρνοντας μέσα στον ήλιο

το πλήθος των αστερισμών

τα κλεισμένα βλέφαρα.. τα κλεισμένα φτερά...


Γιώργος Σεφέρης - 1937

Μουσική: Μίκη Θεοδωράκη - 1970
^
Αφιερωμένο στον ΓΙΑΝΝΗ ΧΡΗΣΤΟΥ

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

31. Ο Χρόνος - Μαρία Δημητριάδη



Ο ΧΡΟΝΟΣ


Καθένας μας έχει στους ώμους του

Την κούραση δώδεκα ωρών από πέτρα

Την δίψα δώδεκα ωρών από ήλιο

Τον πόνο τόσων χρόνων

Την απόφαση μιας ολόκληρης ζωής



Είναι σκληρός ο αγώνας μητέρα

Μα είναι πολλά τα αδέρφια μας

Είναι πολλά τα παιδιά σου μητέρα

Μη πικραίνεσαι

Με τις μεγάλες πέτρες στον ώμο μητέρα

Ανηφορίζοντας τον θάνατο

Μεγάλες πολιτείες θα χτίσουμε μητέρα

Μην πικραίνεσαι


Γιάννης Ρίτσος

Μπάμπης Τσέρτος - Το τραγούδι του πατέρα




Το Τραγούδι του Πατέρα


Πουλί κανένα δεν κελάηδησε στη γης

σαν το γεράκι της σιωπής

Πώς να στο κρύψω

πώς να σου το φανερώσω

πώς να στο κρύψω αυτό το φως

Νερά κυλάν, φώτα περνάν

σου παίρνουν τη λαλιά και πάν

Όλα στα παίρνουν και στα φέρνουν όλα

νερά, φτερά, φιλιά, πουλιά


Πουλί κανένα δεν κελάηδησε στη γης

σαν το γεράκι της σιωπής

Στ' ασάλευτά του μάτια

ο ήλιος γονατισμένος

όλος ο ίσκιος σε ήλιο αλλαγμένος

Νερά κυλάν, φώτα περνάν

σου παίρνουν τη λαλιά και πάν

Όλα στα παίρνουν και στα φέρνουν όλα

νερά, φτερά, φιλιά, πουλιά.


Πουλί κανένα δεν κελάηδησε στη γης


σαν το γεράκι της σιωπής.



Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος

Μουσική: Σαράντης Κασσάρας

Πρώτη εκτέλεση: Μπάμπης Τσέρτος

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Ο χρόνος του Γενάρη-Παντελής Θαλασσινός



Ο ΧΡΟΝΟΣ του ΓΕΝΑΡΗ


Οι νύχτες του Γενάρη έχουν στόμα

και λένε παραμύθια τις γιορτές

τσακίζουνε του μπουκαλιού το πώμα

και πίνουν να μεθάνε ποιητές


Οι μέρες του Γενάρη έχουν μάτια

που κλέβουνε το φως και το σκορπούν

τα δειλινά σε έρημα δωμάτια

εκείνων που θυμούνται κι αγαπούν

Οι μέρες και οι νύχτες του Γενάρη

σα δέντρα κρεμασμένα στη βροχή

στιχάκια γράφουν σ' ένα καλαντάρι

και στης καρδιάς τα φύλλα μια ευχή


Ο χρόνος του Γενάρη γκρίζα δάφνη

παράθυρα της μνήμης ανοιχτά

αναπολεί τον ποιητή Καβάφη

την Αλεξάνδρεια αποχαιρετά.


Οι μέρες του Γενάρη έχουν μάτια

που κλέβουνε το φως και το σκορπούν

τα δειλινά σε έρημα δωμάτια

εκείνων που θυμούνται κι αγαπούν

Οι μέρες και οι νύχτες του Γενάρη

σα δέντρα κρεμασμένα στη βροχή

στιχάκια γράφουν σ' ένα καλαντάρι

και στης καρδιάς τα φύλλα μια ευχή

Οι μέρες και οι νύχτες του Γενάρη

σα δέντρα κρεμασμένα στη βροχή

στιχάκια γράφουν σ' ένα καλαντάρι

και στης καρδιάς τα φύλλα μια ευχή


Ποίηση: Ηλίας Κατσούλης
Μουσική και Ερμηνεία: Παντελής Θαλασσινός

Καβάφης - Περιμένοντας τους βαρβάρους


Περιμένοντας τους βαρβάρους


-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.


-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;

Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;


-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.

Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;

Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.


-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,

και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη

στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;


-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.

Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει
να δεχθεί τον αρχηγό τους.

Μάλιστα ετοίμασε

για να τον δώσει μια περγαμηνή.

Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.


-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ' οι πραίτορες

εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες,

τες κεντημένες τόγες·

γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,

και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·

γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια

μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;


Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·

και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.


-Γιατί κ' οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα

να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;


Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·

κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.


-Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία

κ' η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).

Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ' οι πλατέες,

κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;


Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.

Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,

και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.


Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.

Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.


Κωνσταντίνος.Π.Καβάφης

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Duo MainTenanT

ΚΑΛΗ, ΟΜΟΡΦΗ και ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ... σε ΟΛΟΥΣ