Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Η Λιμνοθάλασσά στο Μεσολόγγι


τάζησα κοντά στ’ ακρογιάλι,

στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,

στη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.

Και κάθε φορά που μπροστά μου

η πρωτάνθιστη ζωούλα προβάλλει,

και βλέπω τα ονείρατα κι’ ακούω τα μιλήματα

των πρώτων μου χρόνων κοντά στ’ ακρογιάλι,

στενάζει, καρδιά μου, το ίδιο αναστέναγμα:

Να ζούσα και πάλι

Στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,

στην θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.

Μια μάνα είν’ η μοίρα μου,

μια μάνα είν’ η χάρη μου, δεν γνώρισα κι άλλη:

Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη

και σαν ωκεανός ανοιχτή και μεγάλη.

Και να! μες τον ύπνο μου την έφερε τόνειρο

κοντά μου και πάλι τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,

τη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.

Κι εμέ, τρισαλίμονο, μια πίκρα με πίκρανε,

μια πίκρα μεγάλη,

και δε μου τη γλύκαινες, πανώριο ξαγνάντεμα

της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι.

Ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου

και ποια ανεμοζάλη,

που δεν μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες,

πανώριο ξαγνάντεμα, κοντά στ’ ακρογιάλι,

Μια πίκρα είν’ αμίλητη, μια πίκρα είν’ ανεξήγητη,

μια πίκρα μεγάλη,

η πίκρα που είν’ άσβηστη

και μες τον παράδεισο των πρώτων μας χρόνων

κοντά στ’ ακρογιάλι.



Κωστής Παλαμάς

(Καημοί της Λιμνοθάλασσας)

 
life's pictures without ending...: Lake Mesologgi - Η Λιμνοθάλασσά στο Μεσολόγ

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

Ερωτικός Λόγος.. του Γ. Σεφέρη

"Ερωτικός Λόγος" του Γιώργου Σεφέρη
Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
 όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω, 
 μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν. 
 ΠΙΝΔΑΡΟΣ

Α'
 Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις 
 μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
 κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις 
 κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί. 

 Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση 
 από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός 
 η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει 
 ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.

Β' 
 Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια  
 η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό. 
 Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια.
 Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό 
 ξεκίνημά της... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα 
 το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί... 

 Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα 
 να 'σουν εσύ που θα 'φερνες την ξεχασμένη αυγή! 

 Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα 
 μέρες ν' ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ' ουρανού, 
 να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα 
 αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού... 

 Η νύχτα να 'ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη, 
 σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό, 
 μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι 
 κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό. 

 Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες 
 την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός 
 να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες 
 και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως. 

Γ' 
 Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
 Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής 
 σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα 
 το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς 
 τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη 
 κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς 
 και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη 
 από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς. 

 Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο 
 που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί. 
 Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο 
 το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή: 

 "Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο 
 κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει 
 χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο 
 κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι. 

 Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα 
 ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια 
 με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα 
 ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια. 

 Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος 
 μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος 
 μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος 
 ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος. 

 Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση 
 σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου 
 να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση 
 που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου..." 

 Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη 
 κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού. 
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι 
 βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού. 

 Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει 
 μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς 
 μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει 
 και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς...

Δ' 
 Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια 
 σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών, 
 για μιαν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια 
 ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων. 

 Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη 
 κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί 
 που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι 
 και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή. 

 Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι 
 κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές 
 αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη 
 προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές... 

 Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει 
 στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή. 
 Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση 
 μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή. 

 Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια 
 (Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς) 
 μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια 
 του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς. 

 Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει; 
 Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να 'ναι για μας πλωτός; 
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει 
 για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός; 

 Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα 
 που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά 
 προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα 
 την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά 
 τριαντάφυλλα. Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας, 
 μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός 
 ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας 
 τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός. 

 Αθήνα, Οχτώβρης '29 - Δεκέμβρης '30 
 (από την έκδοση "Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα", Ίκαρος, 1989)

Τα λιανοτραγουδα -Φλερη Νταντωνακη,Δημητρης Ψαριανος



Απ' όλα τ' άστρα τ' ουρανού..
 ένα είναι που σου μοιάζει
 ένα που βγαίνει το πουρνό.. 
 όταν γλυκοχαράζει.

Κυπαρισσάκι μου ψηλό,
 ποια βρύση σε ποτίζει, 
 που στέκεις πάντα δροσερό, 
 κι ανθείς και λουλουδίζεις.

 Να 'χα το σύννεφ' άλογο και τ' άστρι χαλινάρι 
 το φεγγαράκι της αυγής να 'ρχόμουν κάθε βράδυ. 
 Αν μ αγαπάς κι είν' όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω 
 γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

Της θάλασσας τα κύματα τρέχω και δεν τρομάζω 
 κι όταν σε συλλογίζομαι, τρέμω κι αναστενάζω.


Τι να σου πω; Τι να μου πεις; Εσύ καλά γνωρίζεις 
 και την ψυχή και την καρδιά εσύ μου την ορίζεις.
Να 'χα το σύννεφ' άλογο και τ' άστρι χαλινάρι 
 το φεγγαράκι της αυγής να 'ρχόμουν κάθε βράδυ. 

 Αν μ' αγαπάς κι είν' όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω 
 γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

 Εγώ είμ' εκείνο το πουλί που στη φωτιά σιμώνω, 
 καίγομαι, στάχτη γίνουμαι και πάλι ξανανιώνω.

Σαν είν' η αγάπη μπιστική, παλιώνει, μηδέ λιώνει 
 ανθεί και δένει στην καρδιά και ξανακαινουργώνει.

 Χωρίς αέρα το πουλί, χωρίς νερό το ψάρι 
 χωρίς αγάπη δε βαστούν... κόρη και παλικάρι. 
 Αν μ' αγαπάς κι είν' όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω 
 γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

Στίχοι: Παραδοσιακό
 Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
 Πρώτη εκτέλεση:
Φλέρη Νταντωνάκη και Δημήτρης Ψαριανός
( Ντουέτο )

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

θέλω να βγω στον ήλιο - a.στεφόπουλος - δ.ζερβουδάκης

ΘΕΛΩ ΝΑ ΒΓΩ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ


Θ αφήσω τις δουλειές και τις αναβολές

Θα πάρω τη ζωή μου να πάω στις εξοχές

Στα καθαρά νερά, σε ρέματα βαθιά

Θ ανοίξω τα φτερά μου πάν 'απ'τη θάλασσα

 


Θα πάρω τον καιρό σα βήμα τυχερό

Χειμώνες καλοκαίρια με βλέμμα καθαρό

Μη με ρωτάς που ζεις για να ρθεις να με βρεις

Τα σύνορα του κόσμου μονάχη να διαβείς..


Κουράστηκε η ψυχή μου ελπίδες να μετρά

Να βλέπει τα καράβια κρυμμένη στη στεριά

Θέλω να βγω στον ήλιο, στο φλογισμένο φως

Στο γέλιο των ανόμων, αθώος και μικρός


Θα γίνω του νερού μια στάλα ουρανού

Που χάνεται στο κύμα μ' απόκληρο τον νου

Θα γίνω στον καιρό ένα πουλί μικρό

Της Άνοιξης τα χείλη γλυκά να τα φιλώ


Στην άλλη τη μεριά βουίζουν τα παιδιά

Μελίσσι που γεννάει το γέλιο στην καρδιά

Όταν θα βγούμε εκεί με σώμα και ψυχή

Πιασμένοι χέρι, χέρι σ' ατέλειωτη γιορτή
 
 
Adri Στεφόπουλος
 
Καλοκαίρι-2005

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Ερημική παραλία...


Ερημική παραλία



Ερημική παραλία

το πρόσωπο της μοναξιάς

Διαβάτες που περνούν

αφήνοντας τα ίχνη τους..

αδύναμοι ν'αλλάξουν τα δεδομένα.


Ο άνεμος, παιχνιδιάρης εραστής

της ξελογιάστρας θάλασσας

άλλοτε παράξενος κι εκκεντρικός

κι άλλοτε χαδιάρης και τρυφερός

ενώνεται με το υγρό στοιχείο

μ'ένα αέναο έρωτα...


και.. τα ίχνη σβήνονται

σαν ερωτικοί αντίζηλοι

που δεν κατάφεραν

ν'αγγίξουν τη ψυχή...


Χαμογελά ο Ήλιος κι η Σελήνη

γι'αυτή την θεϊκή ένωση

 της θάλασσας.. και του ανέμου..

Μοναχικοί κι αιώνιοι εραστές

 Φως και Χρώμα στη Φύση χαρίζουν


Είναι στόχος της Ζωής:

Ομορφιά.. λουσμένη στη Αγάπη


Lunapiena

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Va dove ti porta il cuore....

Πήγαινε όπου η καρδιά σε πάει



Όσα συμβαίνουν στη ζωή

ποτέ δεν τελειώνουν

εκεί όπου αρχίζουν..

χάρισμα είναι...

η κάθε μας συνάντηση

και κλείνει μέσα της

μια ευκαιρία..

Η κατανόηση του εαυτού γεννιέται

απ'τη δική σου προθυμία..

κι απ'την δυνατότητα ν'αλλάξεις

κατεύθυνση ζωής.. κάθε στιγμή."



Πήγαινε όπου.. η καρδιά σε πάει!



Susanna Tamaro

Trad Lunapiena

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

Αναζητώντας την Ποίηση...

Αναζητώντας την Ποίηση
 


Σαν το πουλί που τα φτερά του πλήγωσαν

κι ανήσυχο τριγύρω του ψάχνει για καταφύγιο,

Νότες που δεν εναρμονίζονται στο σήμερα

σαν να δραπέτευσαν από παλιό τραγούδι..

Φύλλα σκορπισμένα στον αέρα

απ'την ασίγαστη οργή του ανέμου...

Σαν τη κραυγή πληγωμένου λύκου

στου άγριου δάσους τη σκοτεινιά..

Σαν τ'άστρα μ'απροσδιόριστη τροχιά

που τρεμοσβήνουν στη μοναξιά του ουρανού

είναι οι σκέψεις.. αναζητώντας τη Ποίηση.


 Χιλιάδες πόρτες ερμητικά κλεισμένες

στην απόκοσμη ερημιά της μεγαλούπολης..

Ερωτήματα.. χωρίς απάντηση

ξεχασμένα σε μια γωνιά.. ακόμα επιμένουν

μονότονα.. τα νανουρίζει η αντήχηση

κι η σκέψη αναζητά το μαγικό βελόνι

 να ξανασμίξει τα κουρέλια.. στο μαγικό χαλί

εκεί ψηλά να φτάσει τ'απέραντο γαλάζιο..

 ν'αδράξει από το σύννεφο.. το Λόγο της Ψυχής.

Lunapiena

^
..in cerca della Poesia


Uccello con ali feriti che chiede riparo,

note stonate di una vecchia canzone,

foglie buttate in aria, all'ira del vento,

grido di un lupo ferito nel buio del bosco,

inafferrabili stelle nella solitudine del cielo,

sono i nostri pensieri, in cerca di poesia.

 
Quante porte chiuse nel deserto della città..

domande senza risposta... nell'attesa,

ricevono il monotono ribalzo dell'eco,

e il pensiero in cerca.. dell' ago magico

per ricuccire i pezzi di quel tapetto volante

e farlo volare, ancora, nella Parola dell'anima.



Lunapiena