Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009

ΘΥΜΗΣΟΥ το ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ...

...έργο του Νόελ Κάουαρντ (1967) με την Έλλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Χόρν από το θίασο Λαμπέτη-Καρράς

ΘΥΜΗΣΟΥ το ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Το χέρι δως μου, δως μου την καρδιά σου

και πάμε, αν θέλεις, ως τον ουρανό.

Τραγούδι του Σεπτέμβρη είν' η ματιά σου,

αυτά τα μάτια πόσο τ' αγαπώ.

Κι αν σκόρπισαν τα φύλλα με τ' αγέρι,

τον δρόμο κι αν τον σκέπασ' η βροχή,

για μας είν' ο Σεπτέμβρης καλοκαίρι,

η αγάπη σου φωτίζει όλη τη γη.

Στα χέρια μου έλα τώρα και κοιμήσου

κι εγώ τις νύχτες θα σου τραγουδώ.

Κι αν κάποτε χωρίσουμε θυμήσου:

Σεπτέμβρη σου 'χα πει πως σ' αγαπώ.

Στίχοι: Γιώργος Παπαστεφάνου

Μουσική: Γιάννης Σπανός

με το Γιάννη Πουλόπουλο

Έφτασε κι ο Σεπτέμβρης...

Τραγουδά ο Π. Θαλασσινός
*******
Ένας μικρός γλυκός Σεπτέμβρης
Ένας μικρός Σεπτέμβρης βάζει τα κλάμματα
που στο σχολειό τον πάνε να μάθει γράμματα
θέλει να παίξει ακόμα με τ'άστρα τ' ουρανού
πριν έρθουν πρωτοβρόχια και συννεφιές στο νου
πρωτάκι, σχολιαρούδι, του κλέβουν το τραγούδι,
του κλέβουν το τραγούδι...
******
Ένας γλυκός Σεπτέμβρης στάζει το μέλι του
σωστό παληκαράκι τρυγάει τ' αμπέλι του
στα Σπάτα λινοβάτης, στο Κορωπί γαμπρός
να τρέμουν τα κορίτσια στα βλέφαρά του μπρος
φυσάει ο απηλιώτης, ο ζέφυρος της νιότης
φυσάει ο απηλιώτης...
*******
Ένας παλιός Σεπτέμβρης φίλος αχώριστος
καθώς περνούν τα χρόνια γίνεται αγνώριστος
το κόκκινο ραγίζει στα μήλα της Ροδιάς
κίτρινα πέφτουν φύλλα στον κήπο της καρδιάς
Η νύχτα μεγαλώνει, δίχτυα στο φως απλώνει,
η νύχτα μεγαλώνει...
Ηλίας Κατσούλης

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2009

ΙΩΑΝΝΑ Β. ΜΕΤΑΞΑ. Μια Αρχόντισσα Ψυχή

Η Ιωάννα Β. Μεταξά, έτσι επιμένει να συστήνεται, κρατώντας την κεντρική θέση της ύπαρξής της για τον σύντροφο της ζωής της, τον Βασίλη, που έφυγε πολύ νωρίς από κοντά της, γι'αλλους κόσμους.. "Του άρεσε τόσο πολύ να ταξιδεύει" λέει η θεία Γιάννα, έτσι την αποκαλούν όλοι στον Πόρο, ένα πανέμορφο μικρό χωριό της Λευκάδας. Όμορφη λεβέντισσα γερόντισσα, με ένα βλέμμα βαθύ που νοιώθεις να σου χαϊδεύει απαλά την ψυχή. Αγέρωχη στην όψη, με περήφανη καρδιά και μια αρχόντισσα ψυχή, 95 χρονών σήμερα, ζει μόνη της. Φροντίζει με μεράκι το σπίτι της, που είναι στολισμένο από τα κάτασπρα πλεκτά της και τα πανέμορφα κεντητά, όλα χειροποίητα έργα τέχνης.
Περνά τις ώρες της φροντίζοντας τον όμορφο κήπο της, με τα μεγάλα δέντρα της που είναι γεμάτα από νόστιμα φρούτα και την περιποιημένη βεράντα της με την γέρικη γεμάτη σταφύλια κληματαριά. Της αρέσει να κάθεται στη παλιά ξύλινη πολυθρόνα της στο πλατύσκαλο του σπιτιού και ν'αγναντεύει το καταπράσινο από ελιές, πεύκα κι ανάμεσά τους σειρές από μικρά και ψηλά κυπαρίσσια, πανέμορφο απέναντι βουνό. Αφήνει ελεύθερο το νου και την καρδιά της ν'αναπολεί τα περασμένα, να στοχάζεται και να γράφει για όλα.. όπως λένε τ'ανήψια της.
Δίπλα της, καμαρώνει, ένα παλιό όμορφο ξύλινο ραδιόφωνο, "είναι η πιό πιστή μου παρέα" λέει "ένα μαγικό παράθυρο που μου φέρνει εικόνες από τον έξω κόσμο." Ακούει τραγούδια, συζητήσεις και ειδήσεις. Είναι ενημερωμένη για όλα τα θέματα, έχει άποψη και σοφή κριτική, έτοιμη πάντα να τη μοιραστεί με τον επισκέπτη της, να ρωτήσει την γνώμη του και ν'αρχίσει μαζί του ένα υπέροχο ανθρώπινο διάλογο.
Όλα γίνονται ερέθισμα για ένα νέο ποίημα.. "Θέλει πολλή δουλειά να ταιριάξεις τις λέξεις" μας λέει, "καθεμιά αποζητάει την δική της παρέα κι έτσι αρχίζουν το τραγούδι και στήνουνε μέσα μου χορό." Νοιώθεις να την συνεπαίρνει το καθετί.. μοιάζει να είναι βαθειά ερωτευμένη με την ζωή. Εκτιμά με το δικό της τρόπο και σέβεται τα πάντα γύρω της.
Καθετί έχει την δική του αξία κι ομορφιά, για όλα έχει να πεί κάτι. "Βλέπεις αυτά τα χελιδόνια? ετοιμάζονται για το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής! Δοκιμάζουν τις αντοχές τους. Ποιός ξέρει τι θα συναντήσουν στο δρόμο τους. Πρέπει να είναι έτοιμα για όλα. Σαν τον άνθρωπο κι αυτά, έρχονται, κάνουν τη φωλιά τους, μεγαλώνουν τα παιδιά τους, τα μαθαίνουν να πετάνε ψηλά και χαμηλά και τα ετοιμάζουν με σύνεση.. για ν'αντέχουν σ'όποια δυσκολία συναντήσουν στο δρόμο τους κι έπειτα φεύγουν, γι'άλλες πατρίδες. Διαβατάρικα πουλιά είμαστε και μεις σ'αυτό τον κόσμο"
Ήταν όμορφες οι ώρες που περάσαμε μαζί της. Μας είπε ιστορίες για το αγαπημένο της χωριό και για τις άγνωστες ομορφιές του νησιού της. Μας μίλησε για την ομορφιά της ζωής και τις χαρές της, αλλά και για τις στεναχώριες, τους καημούς και τα βάσανα του αγρότη και για την μεγάλη αντοχή του ανθρώπου.
"Βαραίνω χρόνο με το χρόνο, λέει, το κορμί δεν αντέχει το βάρος των χρόνων, να μου ευχηθείτε απ'την καρδιά σας, να φύγω όρθια με το μυαλό στη θέση του. Αυτό θέλω μόνο.." Όλα έχουν πάρει απλά τη θέση που τους ανήκει μέσα της. "Δεν φοβήθηκα ποτέ τη ζωή κι ο θάνατος κάποτε έρχεται σαν λυτρωτής."
Σ'ενα από τα ποιήματά της, "Το Παράπονο" γράφει:
Πως ν'αρχίσω βρε παιδιά και πως να τελειώσω
μ'αυτό μου το παράπονο και τον καημό μου τόσο;
Και από πόσο μακριά, χρόνια να φέρω πίσω
τα παιδικά τα χρόνια μου να σας εξιστορίσω
και πως να σας διηγηθώ, αυτό το μεγαλείο,
αφού εγώ δεν έκατσα, μια μέρα στο σχολείο;
*****
Είχα πολλά ατυχήματα τόνα κοντά στο άλλο
πότε ξεσπούσε το μικρό και πότε το μεγάλο.
Έρχονταν όλα τους μαζί, πιασμένα χέρι χέρι
και που θε να με βγάλουνε, ένας Θεός το ξέρει.
Πέσανε όλα πάνω μου, για να με ταπεινώσουν
κι ένα μαχαίρι στη καρδιά, βαθιά να μου ριζώσουν.
*****
Ήταν πολλές οι μαχαιριές, φαρμακερά τα βέλη
όπου με ταπεινώσανε, με έκαναν κουρέλι.
Ναι, Σχολείο δεν επάτησα, ούτε για μια ημέρα
γιατί είχα αδέλφια πιό μικρά κι αγρότισσα μητέρα
Πρωί οι γονείς μου φεύγανε κι ας είχε και βροχή
να πάνε να δουλέψουνε μακριά στην εξοχή.
*****
Νύχτα πρωί εφεύγανε, νύχτα εξαναμπαίναν
και δεν μπορούσαν τα μικρά να τα πηγαινοφέρνουν.
Κι έμενα εγώ μ'αυτά να τα χαμοπροσέχω
κι όσο μπορούσα πιό πολύ την έγνοια τους να έχω.
Τι έγνοια νάχα κι εγώ, μου ήμουνα μια στάλα,
μα τα'πλενα, τα χτένιζα, τους έδινα το γάλα.
*****
Τ'αγάπαγα, τα φρόντιζα, τους έλεγα τραγούδια
και εστόλιζα την κούνια τους, με χίλια δυό λουλούδια.
Τραγούδια τους ψιθύριζα γλυκά να κοιμηθούνε
ώσπου να έλθουν οι γονείς να τα περιποιηθούνε.
Αυτά ήταν για μένανε πολύτιμα παιχνίδια
κι ήταν σαν να φόραγα, πανάκριβα στολίδια.
******
Χαλάλι τους οι κόποι μου, ότι κι αν μ'αποδώσαν,
τα βλέπω και τα χαίρομαι τώρα που μεγαλώσαν.
Ναι, Σχολείο δεν επάτησα σαν όλα τα παιδάκια
εκεί να μάθω γράμματα, χορό και τραγουδάκια.
Δάσκαλο δεν εγνώρισα, μα ούτε και δασκάλα,
ωσάν τα συνομήλικα, σαν τα παιδιά τα άλλα.
*****
Κι αφού δεν εδιδάχθηκα καλά κι ορθά να γράφω
μ'αυτόνε το βαρύ καημό θα πάω εις τον τάφο.
Γράφω αυτά που έμαθα μόνη μου λίγα-λίγα,
αφού Σχολειό δεν πάτησα, αφού Σχολειό δεν πήγα.
Και σας θερμοπαρακαλώ απ'της καρδιάς τα βάθη
να μου τα συγχωρήσετε τ'αμέτρητά μου λάθη.
Ιωάννα Β. Μεταξά

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

Το Χρώμα του Φεγγαριού

Το χρώμα του ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Τι χρώμα έχει η λύπη;

Ρωτησε το αστέρι την κερασιά

και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου

που περνούσε βιαστικά.

Δεν άκουσες; Σε ρώτησα,

τι χρώμα έχει η λύπη;

– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα

την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγγαλιά της.

Ένα βαθύ άγριο μπλέ.

– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;

– Τα όνειρα;

Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.

– Τί χρώμα έχει η χαρά;

– Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.

– Και η μοναξιά;

– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.

– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα!

Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο,

να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.

– Το αστέρι έκλεισε τα ματια του

και ακούμπησε στο φράκτη.

Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.

– Και η αγάπη;

Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;

–Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού,

απάντησε το δέντρο.

– Τι χρώμα έχει ο έρωτας;

– Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού,

όταν είναι ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ.

– Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού,

είπε τo αστέρι… Κοίταξε μακριά στο κενό…

Και δάκρυσε..

Αλκυόνη Παπαδάκη

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

OSHO για τις Σχέσεις

"Οι σχέσεις είναι...
από τα σπουδαιότερα πράγματα στη ζωή.
Να σχετίζεσαι σημαίνει να αγαπάς.
Να σχετίζεσαι σημαίνει να μοιράζεσαι.
Προτού όμως μπορέσεις να μοιραστείς,
πρέπει να έχεις.
Και προτού μπορέσεις να αγαπήσεις,
πρέπει να είσαι γεμάτος αγάπη,
να πλημμυρίζεις από αγάπη."
"Δύο λουλούδια μπορούν να σχετιστούν.
Είναι ανοιχτά.
Μπορούν να στείλουν το άρωμά τους
το ένα στο άλλο.
Μπορούν να χορέψουν μέσα στον ίδιο ήλιο
και μέσα στον ίδιο άνεμο.
Μπορούν να κάνουν διάλογο,
μπορούν να ψιθυρίσουν.
Αυτό όμως δεν είναι εφικτό με δύο σπόρους.
Οι σπόροι είναι εντελώς κλειστοί,
χωρίς κανένα παράθυρο.
Πώς μπορούν να σχετιστούν;
Ο άνθρωπος γεννιέται σαν σπόρος.
Πιθανόν να γίνει λουλούδι, πιθανόν να μη γίνει.
Όλα εξαρτώνται από τον καθένα
τι θα κάνει με τον εαυτό του."
*******
" Οι πιο πολλοί άνθρωποι βλέπουμε την αγάπη,
πρωταρχικά σαν πρόβλημα του
πώς ν’ αγαπηθούμε,
και όχι του πώς ν’ αγαπήσουμε,
πώς δηλαδή ν’ αναπτύξουμε
την ικανότητά μας γι’ αγάπη... "
OSHO

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Ντίνος Χριστιανόπουλος

ΜΕ ΚΑΤΑΝΥΞΗ

'Ελα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά.

Να σου δώσω απόγνωση, να μην είσαι ζώο,

να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος.

Να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο,

να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω.

Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου,

για να μάθεις πια να μην κλωτσάς.

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Σάββατο 18 Ιουλίου 2009

Επιασε... η αθώα τους ευχή

Έπιασε... η αθώα τους ευχή
'Ηλθε κάποτε μια μέρα στο κόσμο, που ο ήλιος κουράστηκε πιά τον γαλάζιο ουρανό να φωτίζει, και τα σύννεφα δεν έφερναν νερό, κόπασε κι ο άνεμος κι η νύχτα έκρυψε στο σκοτάδι της τ'άστρα και τη Σελήνη. Το Πράσινο έπαψε πιά τη Γη.. μ'ελπίδα να στολίζει κι η Περσεφόνη φυλακισμένη έμεινε.. για χρόνια, στα φωτισμένα με λάμπες και φλόγες ευγενών αερίων του υποχθόνιου αφέντη της, στ'άδυτα παλάτια του Άδη. Κι έγινε κόλαση η ζωή.. και ράθυμος ο νους τ'ανθρώπου κι η φαντασία έσβησε.. σταμάτησε η τέχνη να δημιουργεί, κι η ποίηση δεν άνθιζε τα ρόδα της στο περιβόλι της ψυχής.
Γέμισε ο ουρανός από σύννεφα μαύρου δύσοσμου καπνού. Στις πόλεις φύτρωναν κτήρια πανύψηλα από σίδηρο και μπετόν κι ο άνθρωπος.. θεός πίστεψε πως είναι, καθ'ομοίωση με τον Πατέρα και κατασκεύαζε ολημερίς, χωρίς σταματημό, άψυχες μηχανές και έστησε εργαστήρια εξερεύνησης τάχατες του μυστηρίου της ζωής και αποθήκευε με αγωνία και λαιμαργία, αντί για σπόρους, χρήμα.
Η γη έχασε την αξία της, θρηνεί γονατιστή η Δήμητρα γερασμένη, αγκαλιάζοντας τους τελευταίους καμμένους κορμούς των δέντρων, και τα ποτάμια στέρεψαν.. κι οι λίμνες θόλωσαν απ'τη λάσπη, και δεν καθρέφτισαν πιά τ'όμορφο πρόσωπο του Νάρκισσου. Άρχισαν να λοιώνουν οι πάγοι.. αφιλόξενες και στείρες έμειναν οι θάλασσες κι οι ωκεανοί κρατούν με κόπο του Ποσειδώνα την οργή.
Οι μούσες εγκατέλειψαν τον Όλυμπο, κρύφτηκαν κι οι νύμφες.. δραπέτευσε και η Νεφέλη, οδύρεται στις έρημες χαράδρες η Ηχώ, κι οι άγγελοι θρηνούνε, ενώ κακόβουλα σιδερένια πουλιά.. τον θάνατο σκορπούσαν.
Άμυαλοι σκλάβοι-αφέντες της εύκολης δόξας και του πλούτου, παζαρεύουν με ύφος παντογνώστη την πολυεθνική πραμάτεια τους... μια δεκάρα η ηθική.. και η αξιοπρέπεια πωλείται στις εκπτώσεις.. γέμισαν οι αγορές του κόσμου.. από ξεπεσμένους άφραγκους πρίγκηπες, που χλευάζουν και λοιδορούν χαμένες δόξες..κι εξουσίες. Είν' άπιστος και ύπουλος υπηρέτης το χρήμα, αλλάζει αφέντες συνεχώς.
******
Μια μάνα γονατιστή παλεύει να σώσει το μονάκριβο παιδί της.. να το γαλουχήσει τολμάει με παλιά παραμύθια της γιαγιάς, πιό κει κρυμμένος ένας συγγραφέας.. σκυφτός με αγωνία φανερή.. να σώσει προσπαθεί το Λόγο, κι ένας ζωγράφος με ματωμένα χέρια απ'τη μπογιά, δακρυσμένος.. παλεύει να σώσει της ζωής την ομορφιά, σε μια ακτίνα του ήλιου..
Σ'ένα υπόγειο μαζεύτηκαν καμιά δεκαριά παιδιά.. και ψάχνουν μ'ενα φακό από λείζερ... για να βρουν του Αλαντίν την λάμπα.. να κάνουν θέλουν μια ευχή.. το φως της αυγής να ξεπροβάλει... και το φεγγάρι να φανεί στον ουρανό και πάλι.. λαμπρό και φωτεινό όπως το τραγουδούσανε.. τα χρόνια τα παλιά, στα παραμύθια του παππού, χωρίς το φόβο της σκλαβιας.. τα Ελληνόπουλα.
Μια αραχνιασμένη ακούρδιστη λύρα.. τραβάει την προσοχή τους, αρχίζουν να χαιδεύουν τις χορδές της απαλά.. με δέος στη ματιά.. κι ένοιωσαν τις νότες της χαράς, να τους γεμίζει την καρδιά... μια ακτίνα από ανέλπιδο φως... τρύπωσε κρυφά στο σκοτάδι.. κι έλαμψε σαν άστρο.. και μεμιάς όλα μαζί.... ξέχασαν τη λάμπα του Αλαντίν και άρχισαν δειλά να τραγουδάνε.. Ένα χαμόγελο απρόσμενης χαράς τα πρόσωπά τους φώτισε.. γεννήθηκε μέσα τους και πάλι η Ελπίδα.. έπιασε η αθώα τους ευχή.. Νίκησε για μια ακόμα φορά... και πάλι η Ζωή!
Lunapiena