Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Τι Είναι η Ποίηση;

Cos'è la poesia?
Un prolungamento della vista!
- e la musica è:
un prolungamento dell'udito.
Voglio che un uomo dica,
leggendo queste pagine:
"Ci sono altri mondi
-remoti, solitari, silenziosi, lontani-
di strana, deliziosa vita:andiamo!"
Mary Haskell,
"Journal" New York,
20 giugno 1914
*********
Τι είναι η Ποίηση;
Προέκταση της όρασης
κι η Μουσική είναι:
Προέκταση της ακοής
Θα'θελα ένας άνθρωπος να πει,
διαβάζοντας αυτή τη σελίδα:
"Υπάρχουν άλλοι κόσμοι
-απόμεροι, μοναχικοί, σιωπηλοί, απόμακροι-
παράξενα ευχάριστης ζωής!
Πάμε να τους χαρούμε
Mary Haskell
Trad. Lunapiena

Μη Σταματάς να Τραγουδάς..

Μη Σταματάς να Τραγουδάς
Στο σκοτεινό βασίλειο της σιωπής,
στο γλυκό λυκόφως της μοναξιάς,
στην ανηδονική νύχτα των καιρών,
στη λασπωμένη λίμνη των ονείρων,
στο μονότονο τραγούδι των αισθήσεων
στο αδιέξοδο που φέρνει η προσμονή...
Γίνε της ελπίδας μου το φώς
το αέναο κάλεσμα της Άνοιξης,
η ζωογόνος δύναμη του έρωτα,
της σκέψης μου η γονιμότητα...
η αφύπνιση της μελωδίας των αισθήσεων,
της ύπαρξής μου η ομορφιά..
Μη σταματάς να τραγουδάς... Ω! Μούσα!
Lunapiena

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

Mahmud Darwish: "Tο Παιδί κι ο Χαρταετός"


Tο Παιδί κι ο Χαρταετός
(ή Το Παιδί και το Αεροπλάνο)
του Mahmud Darwish

Ήταν κάποτε ένα μικρό αγόρι.
Έπαιζε στο χωριό του, ψάχνοντας για σπάγκο
να πετάξει ψηλά το χαρταετό του.
Κοίταξε τριγύρω κι έλεγε,
"δεν ξέρω τι 'ναι αυτό που λάμπει"
"Δείτε, κοιτάξτε ένα χαρταετό"
"Έρχεται προς τα εμένα"
********
Ήταν κάποτε ένα μικρό αγόρι...
Έπαιζε στο χωριό του, ψάχνοντας για σπάγκο
να πετάξει ψηλά το χαρταετό του
Κοίταξε τριγύρω κι έλεγε:
 "δεν ξέρω τι 'ναι αυτό που λάμπει"
"Δείτε, κοιτάξτε ένα χαρταετό"
"Έρχεται προς τα εμένα"
"Είναι μεγάλος χαρταετός,
μόνος του πετά δε χρειάζομαι σπάγκο"
"Κι έχει φτερά πιο μεγάλα απ'το σπίτι του γείτονα
" Έτρεμε η καρδιά του, αλλά..
πέταξε στα φτερά του χαρταετού
Κι ο ουρανός τού 'πε τα μυστικά του.
*********
Σταμάτησε στην πλατεία
και φώναξε τους φίλους του.
Κι ο ήχος του αεροπλάνου
πιο δυνατός απ' όλες τις φωνές.
Μαζευτήκαν γύρω τα παιδιά
κι έπαψαν το παιχνίδι,
Κι αναστατώθηκε ο τόπος,
σαν ψέμα έμοιαζε η ιστορία.
Κι ο ήχος έγινε σύννεφο καπνού,
δεν ξέρω τι συνέβη...
Ακούστηκε μια σειρήνα.
*******
Το αεροπλάνο που μετέφερε
ποιήματα και μύθους,
Άναψε στη γη φωτιά και γκρέμισε το σπίτι.
Γκρέμισε το σπίτι, το σπίτι...
Και πέταξε μακριά, πάνω στα σύνορα..
Τα σύνορα που με γέννησαν, αστραπές.
Βροντές.. βομβάρδισαν τον κόσμο.
********
Το παιχνίδι πέταξε, μαζί του κι η ιστορία
Κι έγιναν τα παιδιά της ιστορίας θύματα.
Της ιστορίας που γράφτηκε
στα πεζοδρόμια του χωριού
το φτωχό χωριό που άναψε και κάηκε σαν το κερί..
Κι άναψε το κερί και φώτισε τον ουρανό,
και στον αέρα.. αντήχησε η κραυγή.
**********
"αεροπλάνο" και "χαρταετός"
είναι ίδια λέξη στα Αραβικά
trad. Lunapiena
^

Marcel Khalife

O. ΕΛΥΤΗΣ: Ο ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Ο ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ
Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη
και όταν έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
-δεν ονειρευόμουν- ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την "ανάμνηση τον μέλλοντος"
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία - φοβόμουνα και μου άρεσε-
ν' αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες
σαν όρχεις και να χάνομαι. . .
Άνθρωποι μ' ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελουσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι:
"δεσποινίς" φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι "πάνω άνθρωποι" έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους "κάτω"·είχανε γενειάδες
και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια
"μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου 'βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι " Ή Άννέτα με τα σάνταλα"
" Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης"
το "Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει"
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν αίφνης εκείνο
το "Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα"
Μου το 'χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το 'χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο
κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε το δωμάτιο μου
ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη καί
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες
όπως ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση αείποτε μ' έθρεψε
και αυτό εναπόκειται σ' εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν.
Κάποτε η φωνή της σάλπιγγας
από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα
και όλοι γύρω μου χειροκροτούσαν
-απίστευτων χρόνων θραύσματα μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό
πού με πιτσίλιζαν·τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.
Οδυσσέας Ελύτης (Μαρία Νεφέλη)
(απαγγέλει: Έλλη Λαμπέτη)

Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

ΜΑΡΤΗΣ ΓΔΑΡΤΗΣ....

Η Αφροδίτη και ο Άρης
Το όνομα του Μάρτη προέρχεται από την Ρωμαϊκή
ονομασία του Τρίτου Μήνα,
προς τιμήν του θεού του πολέμου
ΑΡΗ που στα Λατινικά λέγεται Mars.
Οι Αρχαίοι Έλληνες τον ίδιο Μήνα..
τον ονόμαζαν Ελαφηβολιώνα,
προς τιμήν της Ελαφηβόλου Αρτέμιδος....
Ο Λαός μας σήμερα τον ονομάζει:
Ανοιξιάτη
(γιατί είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης),
Κλαψομάρτη, Γδάρτη,
(για το ευμετάβλητο του καιρού)
Βαγγελιώτη
(λόγω της γιορτής του Ευαγγελισμού)
και Φυτευτή....

ΜΑΡΤΗΣ και βραχιόλια....

ΕΘΙΜΟ του "ΜΑΡΤΗ"
Την πρωτομηνιά οι μανάδες δένουν στα χέρια των παιδιών τους
ένα βραχιόλι από πολύχρωμες κλωστές (συνήθως κόκκινη και άσπρη κλωστή στριμμένη) που το λένε μάρτη ή μαρτιάτικο για να μην τα μαυρίσει ο ήλιος.
Ο λαός μας λέει:
«Οπόχει κόρη ακριβή τον Μάρτη Ήλιος μη τη δει».
«Ο ήλιος του Μαρτιού τρυπά το κέρατο βοδιού».
«Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε μήνες δεν ξεβάφει»
......και ο Κωστής Παλαμάς γράφει:
Ρόδιζ’ η πρώτη του Μάρτη μέρα
και στο παιδάκι της η μητέρα γελώντας πάει:
«Με Μάρτη έρχομαι το λαιμό σου
να στεφανώσω σαν άγγελός σου θα σε φυλάει.
Από χρυσάφι, προτού να φέξει,
με τι φροντίδα το έχω πλέξει.
Για το χρυσό μου!
Με κάθε χρώμα το έχω ντύσει ουράνιο τόξο,
που θα στολίσει τον ουρανό μου!»

'Εφτασε κι ο ΜΑΡΤΗΣ.....

Marzo
Io son Marzo che libero il sole,
gonfio le gemme sul ramo e sul rovo;
sciolgo la neve, fiorisco le viole,
sveglio gli uccelli nel tiepido covo.
La rondinella riporto sul tetto.
Io sono Marzo
un po' savio e un po' matto.
G. Reynaudo
**********
ΜΑΡΤΗΣ
Είμαι ο Μάρτης
που τον ήλιο ελευθερώνω
τα κλαδιά και τους βάτους
με μπουμπούκια στολίζω.
Λιώνω τα χιόνια, τις βιολέτες ανθίζω,
τα πουλιά ξυπνώ στις ζεστές φωλιές.
Στις στέγες ξαναφέρνω τα χελιδόνια.
Είμαι ο Μάρτης..
συνετός και παλαβιάρης.
G. Reynaudo
Trad. Lunapiena