Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΠΥΡΟΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ



Είμαι πωρωμένος.

Είμαι πωρωμένος από παιπάλη κραυγών
και κονιορτό πόθων.
Γκρίζος από στάχτη αυγών που κάηκαν
αθέατες και διακριτικές.
Γαλάζιος απ΄ τη φυλλορροή των ουρανών
και το ιώδιο του πελάγου.
Λευκός απ΄ την μπογιά του ασβέστη
και τους ανθούς του χαλαζιού.
Στροβιλίζομαι μες στην οργή των ανθρώπων
και τη τρικυμία των στοχασμών.
Χαραγμένος απ΄ τη σκουριά των ονείρων
και τη δύναμη των ανέμων σκέφτομαι.

Είμαι εδώ όπως ένα μαραμένο κρίνο
ξεχασμένο σε βάζο με ακάθαρτο νερό.
Αντιπαλεύω τον εαυτό μου με μανία
ζαλισμένος απ΄ τον ίλιγγο της σιωπής.
Δεν βλέπω πουθενά. Δεν αγγίζω τίποτα.

Κάπου – κάπου τραγουδάω σαν τον πρωινό τσίπιρα
δειλά – δειλά πριν χαράξει.
Κάπου – κάπου ανοίγω το παράθυρο να δεχτώ
τον άνεμο που θεριεύει.
Κάπου – κάπου ανακατεύω την αγρύπνια μου
με την ώχρα του φεγγαριού θεραπευτικό βότανο.

Είναι φορές που λέω ότι έχω μια μεγάλη ουλή
ανάμεσα στα κλειστά μου μάτια
που ταξιδεύουν τα μεταγωγικά πλοία
όπως με παλίρροια το Σουέζ.
Κι όμως αναπνέω στον ίδιο ρυθμό από αιώνες
το ίδιο σαν να γράφω χρόνια την ίδια λέξη
σε σελίδες φύλλων αδιάκοπα, μονόλεξο ανθολόγιο.

Κάποιες φορές το μονοπάτι στενεύει
σαν θέλεις να διαβείς τη στενωπό του αδιάψευστου
τόσο που λες δεν θα χωρέσεις και νιώθεις απειλή ναυαγίου
κοντά στην ακτή με τα βράχια και το φάρο
που φυλάνε το άνοιγμα.
Τούτος ο φάρος σηματοδοτεί το κουφάρι μου
που αναπαύεται μακάριο στο βυθό του.

Αγριεμένος σαν το τσακάλι που παραμονεύει
το θήραμα του πίσω απ΄ τις φυλλωσιές
μια φλόγα ανάβει στα μάτια μου, μικρός φονιάς.
Θέλω να διαρρήξω τους ιστούς της σάρκας μου
και να γευτώ την ουσία των πρωτεϊνών μου.
Είμαι πεινασμένος σαν τους Αφρικάνικους λαούς
αφυδατωμένος απ΄ την ξηρασία
και διογκωμένος από την έλλειψη ασβεστίου.
Τούτος ο χρόνος με μεγάλωσε τόσο που γέρασα
σαν την παρθένα που απώλεσε την αγνότητα της
για να ενηλικιωθεί.

Είμαι ένας μαγικός αυλός στα χέρια
του πιο ακαμάτη μουσουργού.
Θέλω να μαγέψω την ακοή των αγγέλων
και να αιχμαλωτίσω τη δύναμη των θεών.
Θρυμματίζω τον γιγάντιο σαρκοφαγωμένο βράχο
που στέκει δίπλα στο πέλαγος ακοίμητος φρουρός
της τραμουντάνας που θεριεύει τα κύματα
και κάνει τα καράβια να δένουν στα απάνεμα.
Όταν μανιάζει η καταιγίδα βγαίνω και περπατάω
στο βρεγμένο χώμα. Απ΄ τη λάσπη στραγγίζω
την υγρασία στα υγρά μου χείλη και γεύομαι
την ανελέητη δροσιά της σκληράδας της.
Όταν κοπάζει ο άνεμος γυρίζω πίσω
σαν να φοβάμαι τη θύελλα της άπνοιας και των λιμανιών
και να βουλιάζω στο βάλτο που δεν ταράζει
τίποτα τα νερά του.

Είμαι ένας οξειδωμένος μεντεσές της πόρτας
που διακινδυνεύει το άνοιγμα της στον άνθρωπο.
Να γιατί θέλω να συντρίψω την αλληλουχία των καιρών
μες στο πέρασμα των αιώνων.
Να γιατί θέλω να σωρεύσω την ιερή τέφρα
των νεκρών μέσα απ΄ τις σάρκες μου.
Να γιατί θέλω να εξουθενώσω το ανυπέρβλητο
και να καταδείξω την παντοτινότητα του μικρού.
Είμαι ολοκόκκινος. Μια λευκή γάζα που βάφτηκε
μέσα στο αίμα των ανθρώπων.

Να γιατί δεν είμαι τίποτα άλλο
από ένας οξειδωμένος μεντεσές
που τρίζει ανοίγοντας την καρδιά του!

Σπύρος Ποταμίτης
[ Από την ποιητική συλλογή «Απόσταση αναπνοής» ]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ευχαριστώ για την επίσκεψη.
Grazie per la tua Gentilezza.

Lunapiena