Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ



"Είχα φτάσει ως το δρόμο, 
δεν μπόρεσα να τον περάσω,
ήταν ποταμός, και στάθηκα και κοίταζα: 
μαζί με τα νερά κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές 
τα μεσοξεραμένα σταφύλια, 
ο μόχτος της χρονιάς,
 έτρεχαν κατά τη θάλασσα και χάνουνταν. 
Ο θρήνος δυνάμωνε, 
μερικές γυναίκες είχαν χωθεί ως τα γόνατα 
μέσα στα νερά και μάχουνταν
 να περισώσουν λίγη σταφίδα· 
άλλες, όρθιες στην άκρα του δρόμου, 
είχαν βγάλει τις μπολίδες τους
και συρομαδιούνταν.

Είχα γίνει μουσκίδι ως το κόκαλο· 
πήρα δρόμο κατά το σπιτάκι
και μάχουμουν να κρύψω τη χαρά μου· 
βιάζουμουν να δω τι θα ’κανε ο πατέρας μου· 
θα ’κλαιγε, θα βλαστημούσε, θα φώναζε;
Περνώντας από τον οψιγιά είδα 
πως όλη μας η σταφίδα είχε φύγει.
Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι, ακίνητος, 
και δάγκανε τα μουστάκια του.
Πίσω του, όρθια, η μητέρα μου έκλαιγε.

— Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα μας!
— Ε μ ε ί ς.. ΔΕΝ π ά μ ε, μου αποκρίθηκε· Σ ώ π α!

Ποτέ δεν ξέχασα τη στιγμή ετούτη· 
θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου 
μεγάλο μ ά θ η μ α·
αναθυμόμουν τον πατέρα μου ήσυχο, ασάλευτο,
να στέκεται στο κατώφλι, μήτε βλαστημούσε,
μήτε παρακαλούσε, μήτε έκλαιγε· 
ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο,
κι έ σ ω ζ ε, μόνος αυτός, 
ανάμεσα σε όλους τους γειτόνους,
την α ξ ι ο π ρ έ π ε ι α... του ανθρώπου.

από... ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ,
Εκδόσεις Καζαντζάκη, σσ. 85-86

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ευχαριστώ για την επίσκεψη.
Grazie per la tua Gentilezza.

Lunapiena