Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Αρκεσίλας... του Ν. Εγγονόπουλου


Αρκεσίλας

fuyard que je connais aux traces de tes larmes.
MARIE-JEANNE DURUY

έφυγε

και τονέ βλέπω

ν' απομακρύνεται

κατά μήκος

της ερήμου λεωφόρου

και κάθε τόσο γυρνάει

και μας χαιρετά

δι' ανεπαισθήτου κινήσεως των βλεφάρων

ώς ότου

- λίγο-λίγο -

το καραντί του

να χαθή

να σβύση

στο βάθος του ορίζοντος



έγραψε

στο γράμμα του

έλεγε - ανάμεσα σ' άλλα -

πως αγαπάει

τη

βροχή



"είμαι Έλλην

- είναι τα λόγια του -

πατρίς μου και μητέρα μου

η

βροχή"



"σαν με προλάβη η βροχή

- συνέχιζε -

σαν με προλάβη

ολόγυμνο

στους δρόμους να γυρνώ

με ντύνει

- η βροχή -

μ' απίστευτης λαμπρότητος

και ποικιλίας

φορεσιές

και στήνει αέναα γύρω μου

ως προχωρώ

μυθώδους πλούτου

σκηνικά

και διακόσμους"

τώρα γυρνά στα "τέρματα"

μέσ' στην πολυκοσμία

και τις μουσικές

 και τη λαϊκή χαρά

κι' ανακατεύεται

- γίνεται ένα -

με το πλήθος


κι' αισθάνετ'

άλλοτε

σα βασιλιάς

αναμεσίς στους υπηκόους του

κι' άλλοτε πάλι

- ίσως την ίδια ακριβώς στιγμή -

σαν

άρχοντας εξόριστος

ανάμεσα

σε ξένους

- κι' άγνωστους -

λαούς


Νίκος Εγγονόπουλος

2 σχόλια:

  1. Η ΥΔΡΑ των ΠΟΥΛΙΩΝ

    Μακρυνές συναυλίες, οπάλινες σπίθες,
    του πρώτου σπιτιού μας
    μέσ’ στη λαύρα του θέρους,
    Στης Γης του Πυρός
    την αέναη θήρα,
    στους κάμπους,
    στα δάση,
    στα ουράνια,
    Θ’ ασπασθώ απαλά
    της εικόνος τα χείλη,
    θα χαρίσω ελπίδες
    σ’ αχιβάδες και κάστρα
    Που βουβά παραστέκουν
    σ’ όσ’ αγγίζουν οι Μοίρες,
    κι όταν δύουν στα πεύκα
    των ειδώλων φεγγίτες
    Αυλακώνουν μ’ αλόγατα ξύλινα
    χαμοκέδρου θωπείες,
    Θεωρίες σεπτές μυστικών δεινοσαύρων,
    στων νερών τις πλεκτάνες
    που τα ζώσανε κύκνοι,
    Μαύροι κύκνοι, γαλάζιοι,
    όλο ιδέα, και πόθο
    που λες πάει να σβύση
    κι αποτόμως γυρεύει
    Ν’ ανεβή πιο ψηλά,
    να γκρεμίση,
    να σπάση,
    παραθύρια ν’ ανοίξη,
    να φωνάξω,
    να κλάψη,
    Να ρημάξω,
    ν’ αράξη,
    να σκιστή,
    να χαράξω
    στο χαλκό πιο βαθειά,
    πιο βαθειά,
    Περιστέρια, λιοντάρια,
    των μαλλιών της τη νύχτα,τ
    ου στρατιώτου το όπλο,
    τ’ αρβανίτικο χώμα,
    Κι όπου φτάση,
    αν φτάση,
    φαντασία μετάλλου,
    λόγια που είπε η Πυθία
    σε ανύδρους εκτάσεις,
    Τροπικούς και πηγάδια θα διαβή,
    ως να φέξη η αυγή
    η πλανεύτρα μ’ άυλων
    Κούρδων κραιπάλη,
    Ν’ αγοράση κιθάρες
    που μου πνίγουν τα μάτια,
    ως να σύρω τα πέπλα
    που κρατά η σελήνη,
    Στη μορφή μου να δέση
    τη μορφή των πουλιών.

    Ν. Εγγονόπουλος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ...............
    κι' αισθάνετ'άλλοτε σα βασιλιάς
    ...............................
    κι' άλλοτε πάλι
    .......................
    σαν άρχοντας εξόριστος
    ......................
    !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Ευχαριστώ για την επίσκεψη.
Grazie per la tua Gentilezza.

Lunapiena