Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Octavio Paz : ΠΟΙΗΣΗ

Octavio Paz: ΠΟΙΗΣΗ

Ιδέα π' αγγίζεται,
λέξη που δεν πιάνεται: 
η ΠΟΙΗΣΗ, 
έρχεται και φεύγει,
Ανάμεσα σ'αυτό που είναι
και σε κείνο που δεν υπάρχει
Υφαντά σε αντανάκλαση
και πάλι ξεφτισμένα.

Η ΠΟΙΗΣΗ
Σπέρνει ματιές στη σελίδα,
Σπέρνει λέξεις στην όραση.
Τα μάτια μιλάνε,
Οι λέξεις κοιτάζουν
και τα βλέμματα σκέφτονται.

Άκου τις σκέψεις,
Κοίτα αυτό που έχουν να πουν
Άγγιξε το σώμα της Ιδέας,
Τα μάτια κλείνουν,
Οι λέξεις ανοίγονται.

Octavio Paz
Μετάφραση: Lunapiena


Idea palpabile,
parola impalpabile: la poesia
va e viene
tra ciò che è e ciò che non è.
Tesse riflessi e li stesse.

La poesia
semina occhi nella pagina,
semina parole negli occhi.
Gli occhi parlano,
le parole guardano,
gli sguardi pensano.

Udire i pensieri,
vedere ciò che diciamo,
toccare il corpo dell'idea.
Gli occhi si chiudono,
le parole si aprono.

Octavio Paz



ΛΕΒΕΝΤΙΑ - ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ



ΜΑΝΤΙΝΑΔΑ: 
Δεν είναι η Λ ε β ε ν τ ι ά κρασί
να πιεις... να κάνεις κέφι,
είναι ψ ω μ ί... που από μικρό
τον άντρα τόνε τ ρ έ φ ε ι...!!!

ΜΑΝΤΙΝΑΔΑ:

Η Λ ε β ε ν τ ι ά 'ναι 'νας κ α ρ π ό ς 
που σ π ά ν ι α... φυτρώνει,

γιατί χρειάζεται νερό 
να τονε δ υ ν α μ ώ ν ε ι!
Με τσι καρδιάς μου το νερό 
π ο τ ί ζ ω... τσι Λ ε β έ ν τ ε ς
να λένε λίγες μα καλές 
σ τ α ρ ά τ ε ς... τσι κουβέντες!
Η Λ ε β ε ν τ ι ά... δε σπέρνεται 
μα ούτε και πουλιέται
μα όντε γ ε ν ν ι έ τ α ι... ο άνθρωπος 
μ α ζ ί... κι αυτή γ ε ν ν ι έ τ α ι...!!!



ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ: Η ΛΕΒΕΝΤΙΑ



ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ: Η ΛΕΒΕΝΤΙΑ
Η Λ ε β ε ν τ ι ά ΄ναι μια πληγή
που π ά ν τ α... αίμα τρέχει
Θέ μου και πώς... τ η ν ε βαστά 
αμάν αμάν... 
Θέ μου και πώς... τ η ν ε βαστά 
ε κ ε ί ν ο ς... που την έχει...
που π ά ν τ α... αίμα τρέχει...
Αντες αμάν... ένας αετός στη θύελλα
π α λ ε ύ ε ι μη πλαντάξει
και καρτερεί τη ξ α σ τ ε ρ ι ά... 
αμάν αμάν
στον Ή λ ι ο... να πετάξει..

Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: ΚΑΘΑΡΣΙΣ



ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: ΚΑΘΑΡΣΙΣ

«Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ενα και, 
χαίδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ - παφ, παφ, παφ, παφ -, 
«έχετε λίγη σκόνη» να είπω «κύριε Aλφα».
Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνιά, κι όταν αντίκριζα 
την κοιλιά του άλλου, αφού θα 'χα επί τόσα χρόνια 
παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, 
να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: 
«Ωχ, αυτός ο Αλφα, κύριε Βήτα...»
Έπρεπε πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ 
την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλωσω 
το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχθώ 
όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. 
Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή 
και ν' αρθρώσω: «Δούλος σας, κύριε μου».
Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. 
Εκεί η λ η σ τ ε ί α γινόταν υπό λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, 
μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή δεν θα υπήρχα. 
Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, 
θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. 
Θα ε μ ά θ α ι ν α τη συνθηματική τους γλώσσα. 
Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε:
«πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα ε π ί μ ο ν ο τίναγμα 
της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος».
Θα εκέρδιζα την ε μ π ι σ τ ο σ ύ ν η όλων. 
Και, μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου,
θα έγραφα εγώ την απάντηση:
«Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ...»
Έπρεπε να σ κ ύ ψ ω, να σκύψω, να σκύψω. 
Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. 
Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.
Κ α ν ά γ ι ε ς!
Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. 
Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαρας μου.
Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει
η πνοή που θα σας σαρώσει.
Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. 
Επέρασα τρεις πόρτες, τρια πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, 
με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, 
τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστριες,
χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου
ασφαλή. Εμπήκα σ' ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες
όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημία.
Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. 
Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. 
Με ήβρε η νύχτα...»

Κ.Καρυωτάκης: Πρέβεζα - Θ.Γκαϊφύλλιας


ΠΡΕΒΕΖΑ
Θάνατος ε ί ν α ι... οι κ ά ρ γ ε ς που χτυπιούνται

στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γ υ ν α ί κ ε ς... που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δ ρ ό μ ο ι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ε λ α ι ώ ν α ς, γύρω η θ ά λ α σ σ α, κι ακόμη
ο ή λ ι ο ς... θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο α σ τ υ ν ό μ ο ς που διπλώνει
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζ ο υ μ π ο ύ λ ι α στο μπαλκόνι,
κι ο δ ά σ κ α λ ο ς με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
π ρ ώ τ η κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται... ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, έ ν α ς επέθαινε από α η δ ί α…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι... στην κηδεία.

με τον... Θαν. Γκαϊφύλλια





ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ, Ηλιόπετρα

Οκτάβιο Πας: Η Λ Ι Ο Π Ε Τ Ρ Α
Μια ιτιά κρυστάλλινη, μια υδρόεσσα λεύκα,
ένα ανεμοδαρμένο σιντριβάνι,
ένα δέντρο βαθύ που όμως χορεύει,
το πέρασμα ενός ποταμού που ελίσσεται,
μακραίνει, αναποδίζει, αλλάζει κοίτη
και πάντα εκβάλλει:
μία πορεία γαλήνια
άστρου ή άνοιξης που δεν επείγει,
νερό που με τα βλέφαρα κλεισμένα
όλη τη νύχτα μαντικό αναβλύζει,
μια ομόφωνη ροή κύμα το κύμα
ώσπου να κρύψει η τρικυμία τα πάντα,
μια πράσινη επικράτεια δίχως δύση
όπως η λάμψη η άγρια των φτερούγων
σαν ξεδιπλώνουν στ' ουρανού τη μέση,

Μία πορεία ανάμεσα απ' τις λόχμες
των ημερών που θά 'ρθουν κι η μοιραία
λάμψη της δυστυχίας σαν τραγούδι
ενός πουλιού που απολιθώνει δάση
και κείνες οι ευτυχίες απ' το μέλλον
μες στα κλαδιά που ξεθωριάζουν,
ώρες φωτός που ήδη πουλιά ραμφίζουν,
οιωνοί που δραπετεύουν απ' τα χέρια,

Μια παρουσία... σαν έξαφνο τραγούδι,
σαν άνεμος που τραγουδά στις φλόγες,
δυο μάτια... που τον κόσμο μετεωρίζουν
μ' όλα τα πέλαγα και τα βουνά του,
σώμα από φως που φίλτραρε ο αχάτης,
μηροί από φως, κοιλιά από φως, οι κόλποι,
οι βράχοι του ήλιου, ένα κορμί στο χρώμα
του σύννεφου, στο χρώμα άλτριας μέρας,
η ώρα σπινθηρίζει, παίρνει σώμα,
είναι ορατός στο σώμα σου ήδη ο κόσμος,
διάφανος μες στη διαφάνειά σου [...]
γραφή φωτιάς επάνω στον νεφρίτη,
άνασσα των φιδιών, σχισμή στον βράχο,
στήλη του ατμού, πηγή μέσ' απ' την πέτρα,
αυλή του φεγγαριού, αετοράχη,
σπέρμα γλυκάνισου, θανάτου αγκάθι
ελάχιστο που δίνει αθάνατα άλγη,
ποιμένισσα κοιλάδων υποβρύχιων,
επόπτρια μες στην κοιλάδα του Άδη,
λιάνα πιασμένη απ' τους γκρεμούς του ιλίγγου,
φυτό που αναρριχάται όλο φαρμάκι,
λουλούδι ανάστασης, ζωής σταφύλι,
κυρά της αστραπής και της φλογέρας,
βραγιά των γιασεμιών, στο τραύμα αλάτι,
μπουκέτο ρόδα στον τουφεκισμένο,
σελήνη της αγχόνης, χιόνι Αυγούστου,
γραφή θαλάσσης πάνω στον βασάλτη,
πάνω στην έρημο η γραφή του ανέμου,
μια διαθήκη του ήλιου, ρόδι, στάχυ,

Όψη καμένη, καταφαγωμένη,
όψη εφηβική, κατατρεγμένη,
χρόνια φαντάσματα, κύκλιες ημέρες
που σ' ίδια αυλή οδηγούν, στον ίδιο τοίχο,
καίει η στιγμή, κι είναι μια όψη μόνο
οι όψεις οι διαδοχικές της φλόγας,
ένα όνομα όλα τα ονόματα είναι,
όλα τα πρόσωπα είναι ένα μόνο,
μονάχα μια στιγμή όλοι οι αιώνες,
και πάντα στους αιώνες των αιώνων
θα φράζουν του αύριο την οδό δυο μάτια,

Τίποτα εμπρός μου, μια στιγμή μονάχα
ανακτημένη απόψε, ονειρεμένη
πέρ' απ' του ονείρου τις μεικτές εικόνες,
στ' όνειρο επάνω βίαια λαξευμένη,
απ' το μηδέν βγαλμένη αυτής της νύχτας,
με τα δικά μου χέρια αναστημένη
γράμμα το γράμμα, ενώ έξω επείγει ο χρόνος
και της ψυχής μου κρούει σκαιά τις πόρτες
ο κόσμος με ωράριο σαρκοβόρο  [...]

Όλα μεταμορφώνονται... όλα αγιάζουν,
κέντρο του κόσμου κάθε κάμαρα είναι,
κάθε μια πρώτη νύχτα, πρώτη μέρα,
γεννιέται ο κόσμος... όταν δυο φιλιούνται,
μια στάλα φως στα διάφανά μας σπλάχνα
η κάμαρα σαν φρούτο μισανοίγει
ή εκρήγνυται σαν σιωπηλό αστέρι
κι οι νόμοι φαγωμένοι απ' τα ποντίκια,
κάγκελα τραπεζών, δεσμωτηρίων,
συρματοπλέγματα, χάρτινες γρίλιες,
τ' αγκάθια, τα κεντριά και οι σφραγίδες,
το μονόχορδο κήρυγμα των όπλων,
μελίρρυτοι σκορπιοί με πετραχήλι,
ο τίγρης με το ημίψηλο που ηγείται
του Ερυθρού Σταυρού ή των Χορτοφάγων,
όνοι παιδαγωγοί κι εθνοπατέρες,
κροκόδειλοι που κάνουν τους σωτήρες,
ο Ηγέτης, το τσακάλι, ο εργολάβος
του μέλλοντος, το ένστολο γουρούνι,
ο υιός ο εκλεκτός της Εκκλησίας
που πλένει μ' αγιασμό τα μαύρα δόντια
κι ακούει μαθήματα αγγλικών κατ' οίκον
ή και δημοκρατίας, αθέατοι τοίχοι
και σάπιες προσωπίδες που χωρίζουν
τον άνθρωπο απ' τους άλλους τους ανθρώπους,
τον άνθρωπο απ' τον ίδιο, καταρρέουν
σε μια αχανή στιγμή καθώς για λίγο
νιώθουμε τη χαμένη ενότητά μας,
τη δόξα και την ερημιά του ανθρώπου
που θάνατο, ήλιο και ψωμί μοιράζει,
το ξεχασμένο σάστισμα πως ζούμε  [...]

μετάφραση-επίμετρο Κώστας Κουτσουρέλης,
δίγλωσση έκδοση, Μαΐστρος, Αθήνα 2007


Τ. ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ: Ασφαλής Κατεύθυνση



Τ. ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ: "Ασφαλής κατεύθυνση" 

διαβάζει.... ο Ποιητής...
από τη συλλογή
Ο τυφλός με τον λύχνο, 1983

Στη μνήμη των αδελφών μου 
Ντίνου, Μίμη και Αλέκου

Κι επειδή τα οικονομικά μου... 
πήγαιναν όλο και στο χειρότερο, 
άρχισα να γίνομαι εφευρετικός :
 κατέβαινα, λόγου χάρη, 
στο υπόγειο όπου βρισκόταν 
ένα παλιό χαλασμένο ρολόι, 
το έβαζα στην πιο κρίσιμη ώρα 
και π ε ρ ί μ ε ν α
- κι ας είναι ευλογημένο τ' όνομα του Θεού, 
ποτέ δεν έπεσα έξω, ύστερα, υπερήφανος, 
πήγαινα στο οινομαγειρείο, 
όπου ο ατμός απ' τις κατσαρόλες 
με γέμιζε θρησκευτικές σκέψεις, 
συνωστιζόταν ο φτωχόκοσμος,
μέθυσοι με ποδοπατημένα καπέλα,
 λόγια χιλιοειπωμένα 
σαν τις εποχές, ώσπου, τέλος, πιωμένος, 
έπαιρνα από πίσω 
κάποιον απ' τους νεκρούς μου 


κι έτσι έβρισκα π ά ν τ α το σπίτι μου.

Μια νύχτα θα κάνουμε μία μεγάλη σκέψη 
αλλά δεν πρέπει να την πούμε πουθενά, 
είναι η μόνη Δ ι κ α ι ο σ ύ ν η. 
Ύστερα θα βγούμε στους δρόμους, θα βρέχει 
και η βροχή έχει και εκείνη την ιδιωτική της ζωή, 
ενώ εμείς δεν είχαμε. Θα αργοπορήσουμε 
μπροστά σε ένα φαρμακείο, 
μιας και είμαστε θνητοί και αφού οι ουρανοί 
γ ν ω ρ ί ζ ο υ ν... την αθωότητα μας. 



Τ έ λ ο ς... όπως θα ξημερώνει
θα χτυπήσουμε την πόρτα του σπιτιού μας, 
α λ λ ά... κανείς δεν θα μας γνωρίζει. 
Είναι απίστευτο.... 
σαν τις μεγάλες μέρες που ζήσαμε. 
Α ν τ ί ο λοιπόν, 
ας ανοίξουμε την ομπρέλα μας 
και ας προσπεράσουμε βιαστικά...
 το τέλος μίας εποχής...

Τάσος Λειβαδίτης - Σύμβολο Πίστεως - Φώτης Αρμένη


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ: ΣΥΜΒΟΛΟ ΠΙΣΤΕΩΣ

Π ι σ τ ε ύ ω... σε κείνον που χτίζει, 
κι αγεροκρέμεται μες στον ουρανό, 
Θεός και κατευνάζει το χ ά ο ς,
π ι σ τ ε ύ ω... σε κείνον που θερίζει
και το δρεπάνι το κυματίζει ολόφωτο
σαν τα λαγόνια της αγαπημένης μου,
π ι σ τ ε ύ ω... σε κείνον που αγαπάει,
όπως πιστεύω και σε κείνον που μισεί,
π ι σ τ ε ύ ω... σε κείνον που αμαρτάνει
και ζητάει με δάκρυα να τον συγχωρέσουν
π ι σ τ ε ύ ω... και σε κείνον που αμαρτάνει
και συγχωράει... μοναχός τον εαυτό του 
και π ρ ο χ ω ρ ά ε ι,
π ι σ τ ε ύ ω... στη μέρα
που σου δίνει τα πράγματα μες στο φως
π ι σ τ ε ύ ω... και στη νύχτα
που σου ξαναδίνει τα πράγματα 
μες στην καρδιά σου,
π ι σ τ ε ύ ω.. στο αλάτι και στο κάρβουνο, 
στις μέλισσες με τα παιδιά
π ι σ τ ε ύ ω... στις πολιτείες, που η βουή τους,
σαν τους ραψωδούς, έξω απ’ το παραθύρι σου,
τραγουδάει... την οδύσσεια της καθημερινότητας,
π ι σ τ ε ύ ω... και στη σιωπή...

Η αφθονία της π ί σ τ η ς μου.. 
είναι ένας άλλος, έκτος, 
δίχως όνομα, ω κ ε α ν ό ς, 
που ταξιδεύω πάνω του
χωρίς χάρτες και τιμόνια,
με μόνο την καρδιά μου για οδηγό,
γιατί... η α γ ά π η που ’χω μέσα μου
μπορεί κι ένα ακυβέρνητο καράβι
να το οδηγήσει.... στο δρόμο το σωστό,

Π ι σ τ ε ύ ω... και στον ανθρωπάκο,
στη γωνιά του δρόμου,
που βγάζει το καπέλο του
και χαιρετάει ταπεινά,
την ώρα... που οι άλλοι τον σκουντάν
και τον χλευάζουν.
Και δοξάζομαι... κι εγώ μαζί του.

Π ι σ τ ε ύ ω... στους μεγάλους εφευρέτες,
τους ήρωες, τους ποιητές, που αλλάζουνε
με μια χειρονομία τη γεωγραφία και τα πεπρωμένα.
Π ι σ τ ε ύ ω σε σας 
που κ ρ α τ ά τ ε ψηλά τις σημαίες
και προχωράτε.... μες στον ενάντιο άνεμο,
π ι σ τ ε ύ ω... και σε σένα
που σηκώνεις... σα σημαία την καρδιά σου
και προχωράς... μες στο ενάντιο πλήθος.

Π ι σ τ ε ύ ω.... στο άπειρο,
μπορώ να κάθομαι ώρες... 
να διαβάζω τον ουρανό,
τα χείλη μου είναι βαριά...
απ’ την κερήθρα των άστρων
και συχνά έστειλα την ψυχή μου
να παραθερίσει στο άγνωστο,
π ι σ τ ε ύ ω... και στη γλυκιά ετούτη γη,
γεμάτη μαχαιρώματα
και ζεστούς γυναικείους κόρφους,
π ι σ τ ε ύ ω... στο χώμα που πατάω 
και που με καρτερεί... κει κάτω, 
μες στη σκοτεινιά, όπου σαλεύουν οι ρίζες,
κοιμούνται οι νεκροί και τραγουδάνε
κιόλας μεθυσμένα... τ’ αυριανά κρασιά,
π ι σ τ ε ύ ω και σε κείνα.... που δεν πιστεύω,.
ΑΜΗΝ

απόδοση.... ΦΩΤΗΣ ΑΡΜΕΝΗΣ