Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Günter Grass: «Το όνειδος της Ευρώπης»


Günter Grass: «Το όνειδος της Ευρώπης»
 .......................
«..Σ τ ε ρ η μ έ ν η... από πνεύμα
Ε σ ύ... θα φθαρείς χ ω ρ ί ς τη Χώρα
που το πνεύμα της
Εσένα Ευρώπη.. ε δ η μ ι ο ύ ρ γ η σ ε»

Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

Τ. ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ - ΕΛΠΗΝΩΡ


ΕΛΠΗΝΩΡ
Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε
όχι ο πιο γέροντας: 
Κοιτάχτε ο Ελπήνωρ πρέπει να ‘ναι εκείνος.
Εστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. 
Παράξενο πως θυμηθήκαμε
αφού είχε η μνήμη ξεραθεί 
σαν ποτάμι το καλοκαίρι.
Ήταν αυτός ο Ελπήνωρ 
πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια
τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς
σκαλίζοντας την άμμο μ΄ ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Και τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή:
 Ελπήνορα
Ελπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ΄ αυτή τη χώρα;
Είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο 
μπηγμένο στα πλευρά τον περσινό χειμώνα
 κι είδαμε στα χείλη σου το αίμα πηχτό
καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου 
δίπλα στου σκαρμού το ξύλο.
Μ΄ ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψανε 
στην άκρη του γιαλού
ν΄ ακούς τ΄ ανέμου το μουρμούρισμα 
το ρόχθο της θαλάσσης.
Τώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; 
Πώς βρέθηκες σ΄ αυτή τη χώρα
τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;
Δε γύρισε να δει. Δεν άκουσε. 
Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω.
Το φως σκάβοντας ακατάπαυστα
 βαθούλωνε τη γη.
Η θάλασσα τα κυπαρίσσια τ΄ ακρογιάλι 
πετρωμένα σ΄ ακινησία θανατερή. 
Και μόνο αυτός ο Ελπήνωρ
που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή 
μές στα παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος απ’ την πίκρα 
της παντοτινής του μοναξιάς
με τον ήλιο να πέφτει 
στα κενά των στοχασμών του
σκαλίζοντας τυφλός την άμμο 
μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα
σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά
στον αδειανό χωρίς φτερά 
χωρίς ηχώ γαλάζιο αιθέρα.

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Γιορτάζουμε μαζί σου


ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΜΑΖΙ ΣΟΥ και Τραγουδάμε 

Δανείστηκα απ’τη θάλασσα.. 
τη γαλανή της αγκαλιά 
και το γαλάζιο φως.. 
απ’τ’ουρανού τη χάρη πήρα
για να σου στείλω μια Ευχή.. 
Σ ή μ ε ρ α που γιορτάζεις!
Να ζ ή σ ε ι ς μάτια μου Καλά… 
μ’ Αγάπη κι Ευτυχία..

Ζήτησα απ’την Άνοιξη… 
τα πιο όμορφα λουλούδια
κι από της μάνας τη καρδιά.. 
τη πιο γλυκειά Αγάπη
απ’της φιλίας τη ματιά.. 
όλη τη Χάρη πήρα
κι από το βλέμμα του παιδιού.. 
την άδολη Αλήθεια
για να το κάνω προσευχή.. 
για να το πω τραγούδι..
και να σου στείλω μια Ευχή.. 
Σ ή μ ε ρ α που γιορτάζεις!

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ….
 ΚΑΛΑ… κι ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΑ…
σε Σ Ε Ν Α.. 
που ΣΗΜΕΡΑ…. Γ Ι Ο Ρ Τ Α Ζ Ε Ι Σ 



Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Δ. Ζερβουδάκης- Γ. Αετόπουλος: Μετανάστης


 
ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ

Από ποιάς γης τα μέρη... βρέθηκες εδώ
Μικρό πουλί... ντυμένο μ ε τ α ν ά σ τ η ς.

Να τ α ξ ι δ ε ύ ε ι ς με κορμί..
που κουρελιάσαν οι ανέμοι
Να μ α σ τ ι γ ώ ν ο υ ν την ψυχή σου.. 
κακοί και ά δ ι κ ο ι... καιροί
Μέσα σε τρύπες... σε λαγούμια μεσ' το χώμα 
να χωρέσεις τη ζ ω ή σου
Και να θ υ μ ά σ α ι... μια Πατρίδα, 
που ίσως π ο τ έ.. δεν ξαναδείς.

Από ποιάς γης τα μέρη.. βρέθηκες εδώ
Μικρό πουλί.. ντυμένο μ ε τ α ν ά σ τ η ς.

Απ' τα φανάρια της ζωής.. στους υπονόμους
Στα σ α π ι ο κ ά ρ α β α του πόνου.. 
λ α θ ρ α ί ο ς.. ποντικός
Να αναρωτιέσαι σαν περνάς, 
μπροστά απ' τους αστυνόμους
Αν θα γυρίσεις... στην πατρίδα...
Αν θα γυρίσεις... στην πατρίδα ζ ω ν τ α ν ό ς.

Από ποιάς γης τα μέρη.. βρέθηκες εδώ
Μικρό πουλί.. ντυμένο μ ε τ α ν ά σ τ η ς.

Δ. Ζερβουδάκης- Γ. Αετόπουλος

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ



«Αλήθεια -των αδυνάτων αδύνατο

π ο τ έ ς... δεν εκατάφερα να καταλάβω 

α υ τ ά... τα όντα που δεν βλέπουνε

το τερατώδες κ ο ι ν ό γνώρισμα τ’ ανθρώπου 

το ε φ ή μ ε ρ ο.. της παράλογης ζωής του

κι ανακαλύπτουνε.. δ ι α φ ο ρ έ ς

γιομάτοι μ ί σ ο ς... διαφορές

σε χρώμα δέρματος / φυλή / θρησκεία»


ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ


από... «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες»

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ: Μετανάστες


 
Για τον όρο «Μ ε τ α ν ά σ τ ε ς»
Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ' όνομα που μας δίναν:
«Μ ε τ α ν ά σ τ ε ς».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. 
Εμείς, ωστόσο... δε φύγαμε γ ι α τ ί.. το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. 
Ο ύ τ ε... και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κ ρ υ φ ά. 
Μας κ υ ν η γ ή σ α ν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, 
σπίτι δε θα 'ναι, μα... ε ξ ο ρ ί α.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, α σ ύ χ α σ τ ο ι, 
όσο μπορούμε.. πιο κοντά στα σύνορα,
προσμένοντας του γ υ ρ ι σ μ ο ύ τη μέρα, 
καραδοκώντας το παραμικρό σημάδι αλλαγής 
στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ' ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα... να ξεχνάμε, 
τίποτα....ν' απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ' απ' όσα έγιναν, 
τ ί π ο τ α... δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! 
Α κ ο ύ μ ε... ίσαμ' εδώ τα ο υ ρ λ ι α χ τ ά 
που αντιλαλούν απ' τα στρατόπεδά τους. 
Ε μ ε ί ς οι ίδιοι... μοιάζουμε 
των ε γ κ λ η μ ά τ ω ν τους.. α π ό η χ ο ς, 
που κατάφερε... τα σύνορα να δρασκελίσει. 
Ο καθένας μας... περπατώντας μες στο πλήθος 
με παπούτσια ξ ε σ κ ι σ μ έ ν α,
μαρτυράει την ντροπή... που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κ α ν έ ν α ς μας... δε θα μείνει εδώ. 
Η τ ε λ ε υ τ α ί α λέξη.... δεν ειπώθηκε ακόμα.


Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης,
Εκδόσεις "Θεμέλιο"
........

Ο Μ. ΜΠΡΕΧΤ, έγραψε αυτό το Ποίημα το 1937.
Από το 1933 ως το 1947 έζησε αυτοεξόριστος
στη Σκανδιναβία και 
αργότερα στις ΗΠΑ,
εξαιτίας του ναζιστικού καθεστώτος..
Έριξαν στην πυρά τα βιβλία του 
και του αφαίρεσαν την ιθαγένεια, 
κηρύσσοντάς τον 
α ν ε π ι θ ύ μ η τ ο.. στην πατρίδα του.

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Απρίλη μου, ΑΠΡΙΛΗ μου Ξανθέ



Απρίλη μου, Απρίλη μου ξανθέ

και Μάη μυρωδάτε, καρδιά μου πώς αντέ-
Καρδιά μου πώς, καρδιά μου πώς αντέχεις
μέσα στην τόση αγάπη και στις τόσες ομορφιές

Γιομίζ' η γειτονιά τραγούδια και φιλιά
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ,
μα το 'χω μυστικό

Αστέρι μου, αστέρι μου χλωμό
του φεγγαριού αχτίδα στο γαϊτανόφρυδο
Στο γαϊτανο-, στο γαϊτανοφρυδό σου
κρεμάστηκε η καρδιά μου 
σαν το πουλάκι στο ξόβεργο

Γιομίζ' η γειτονιά τραγούδια και φιλιά
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ,
μα το 'χω μυστικό

Λουλούδι μου, λουλούδι μυριστό
και ρόδο μυρωδάτο, στη μάνα σου θα 'ρθω
στη μάνα σου, στη μάνα σου θα 'ρθω
να πάρω την ευχή της 
και το ταίρι που αγαπώ

Γιομίζ' η γειτονιά τραγούδια και φιλιά
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ,
μα το 'χω μυστικό.

Στίχοι - Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης


Απρίλης και Ποίηση



Ο. ΕΛΥΤΗΣ

«..Θυμάμαι ήταν Α π ρ ί λ η ς.. 

όταν ένιωθα πρώτη φορά το ανθρώπινο βάρος σου.

Το ανθρώπινο σώμα σου πηλὸ κι αμαρτία

όπως την πρώτη μέρα μας στη Γη.

Γ ι ό ρ τ α ζ α ν οι αμαρυλλίδες...»

* * * * *
Κ. ΠΑΛΑΜΑΣ

«Τί είν' ο Α π ρ ί λ η ς.. με τα ρόδα του και μόνα, 

σαν δεν έλθεις... με τριαντάφυλλα στο χέρι... »

* * * * *
 William Shakespeare – Sonnet 98 (1609)

«Αχ, πόσο η  Ά ν ο ι ξ η.. μοιάζει αυτής της αγάπης

με την α β έ β α ι η  δόξα μιας Απριλιάτικης μέρας

που μια στιγμή δ ε ί χ ν ε ι.. όλο το θάμβος του ήλιου

και την άλλη... ένα σύννεφο τα παρασέρνει όλα..»

* * * * *
 Κ. ΟΥΡΑΝΗΣ

«..Δεν θέλω πια.. παρά να ζω έτσι... όπως ένα δέντρο,

οπου θροΐζει ανάλαφρα.. σε πρωινό του Α π ρ ί λ η

μεσ’ σ’ ένα κάμπο ειρηνικό.. γεμάτον φως γαλάζιο

και παπαρούνες κόκκινες... και άσπρο χαμομήλι..»







Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Κ. ΠΑΛΑΜΑΣ: Η ΚΑΣΣΙΑΝΗ


 Η ΚΑΣΣΙΑΝΗ
 
Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά,
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.

Μα, ω Κύριε, πώς η θεότης Σου μιλά
μέσ΄ στην καρδιά μου!
Κύριε, προτού Σε κρύψ΄ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ΄ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
Σου φέρνω μύρα.
Οίστρος με σέρνει ακολασίας… 
Νυχτιά, σκοτάδι αφέγγαρο, άναστρο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας φωτιά
με καίει, με λιώνει.
Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα, Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά τα δάκρυά μου.
Γύρε σ΄ εμέ. Η ψυχή πώς πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί.και σάρκα επήραν.
Στ΄ άχραντά Σου τα πόδια, βασιλιά μου Εσύ 
θα πέσω και θα στα φιλήσω,
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά θα στα σφουγγίσω.

Τ΄ άκουσεν η Εύα μέσ΄ στο αποσπερνό της 
παράδεισος φως ν΄ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε… 
Πονώ, σώσε, έλεος κάνε.
Ψυχοσώστ΄, οι αμαρτίες μου λαός,
Τα αξεδιάλυτα ποιος θα ξεδιαλύση;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!’
Άβυσσο η κρίση


Κ. ΠΑΛΑΜΑΣ

(απόδοση στην Δημοτική)