Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Josè Saramago και Δημοκρατία

«Αν όλοι οι άνθρωποι έκαναν ό,τι μπορούσαν,

ο κόσμος θα ήταν σίγουρα καλύτερος» 

Έτσι τελειώνει ένα από τα τελευταία του βιβλία …

«Το Ταξίδι του Ελέφαντα»

στο οποίο  περιγράφει το κωμικοτραγικό

 π α ι χ ν ί δ ι  της Εξουσίας.. που κρατάει αιώνες τώρα,

σε βάρος της πραγματικής Δημοκρατίας και…

της Ατομικής Ελευθερίας του Ατόμου.

........

"Η δημοκρατία είναι μια βιτρίνα, πίσω από την οποία
 
 περιγελώνται οι τελετουργίες, οι ομιλίες,
 
 οι υποσχέσεις που δίνονται και ποτέ δεν τηρούνται.
 
 Αυτό που λείπει της Δημοκρατίας…
 
είναι να είναι πραγματικά  Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α.
 
Α π α ι τ ώ  η Δημοκρατία.. να είναι όντως Δημοκρατία."

λέει ο Josè Saramago στο έργο του: "Περί Φωτίσεως"

Josè Saramago


Josè Saramago (1922-2010)

Νομπελίστας Πορτογάλλος Συγγραφέας,

Ποιητής  και Δημοσιογράφος…

Αγωνιστής..

για την διάσωση της Αξιοπρέπειας του Ανθρώπου

και την Προστασία του Πολιτισμού..

στην άγρια εποχή μας.


"Το Ταξίδι… Δεν Τελειώνει.. π ο τ έ…" είχε πει..

".. είναι τα όνειρα που κρατούν..

τον Κόσμο στην τροχιά του"

.................


Αυτό που πιστεύω περιέχεται

σε μία φράση από την «Αγία Οικογένεια»

των Μαρξ και Ενγκελς :

«Αν ο άνθρωπος διαμορφώνεται

από τις συνθήκες , τότε πρέπει

να  δ ι α μ ο ρ φ ώ σ ο υ μ ε  τις συνθήκες

ώστε να είναι  α ν θ ρ ώ π ι ν ε  ς»

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Μ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ: Η ΑΓΑΠΗ είναι ο Φόβος


Η ΑΓΑΠΗ είναι ο Φόβος


Η αγάπη είναι ο φόβος

που μας ενώνει με τους άλλους.

Όταν υπόταξαν τις μέρες μας

και τις κρεμάσανε σα δάκρυα

Όταν μαζί τους πεθάνανε

σε μιαν οικτρή παραμόρφωση

Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων

Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;

Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά

Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε

και η μνήμη ξεριζώθηκε

Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;


(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα

χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα

Βρίσκουνε τις γυναίκες τους

και τα παιδιά τους μεγάλωσαν

Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα

και στα καφενεία της συνοικίας

Διαβάζουνε κάθε πρωί...

την εποποιία της καθημερινότητας).

Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους

ή γιατί  έ τ σ ι  νικούμε τη ζωή

Ή γιατί έτσι φτύνουμε

 ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα

Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους

π ε ρ ν ά  μιαν ηλιαχτίδα

Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση

μιας ζωικής προϊστορίας.

Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια...

τι να λογαριάσεις

Συμβάντα ερωτικά και...

χρηματιστηριακές επιχειρήσεις

Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ' όνομά σου

Απλές προθέσεις ζωής

διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα

Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις

Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί.. η συνήθεια

είναι πιο προσιτή από την τύψη.


Μα ποιος θα' ρθει να κρατήσει

την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;

Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες

πριν σβήσουν στο χώμα;

Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη

σαν τις φωνές των ποιητών;

Επαίτες μιας άλλης ζωής

 της Στιγμής λιποτάχτες

Ζητούνε μια ώρα απρόσιτη

τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι...

ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.


Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανώλης Αναγνωστάκης

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα

Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων

Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,

Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής

Πέρα απ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Α πως θα ζούσες

Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή

Σάπιο φορτίο στ αμπάρι ενός

Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι

Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας

Μάτια θολά που χλεύασαν το φως

Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής

Καίοντας την ανάμνηση Νεκροί

Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα

Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού

Ούτε μι ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε

Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή

Δεν είχε γεννηθεί τ άγριο ποτάμι

Που ρέει στις άκρες των δακτύλων και σωπαίνει.


Ανάμνηση ζωής πότε ν αρχίζεις

Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους

Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους

Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία

Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές

Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους

Γιατί αν είναι κόκκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα

Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο

Στα δυο, κρύβοντας τον σπασμό και την απόγνωση

Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών

Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα

Α πως θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,

Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη

Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις

Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Μη με γελάσεις

Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει

Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά

Δεν έχουν τίποτε απ τ άρωμα της λάσπης

Ούτε απ το χάδι των νεκρών στα όνειρα μας

Γιατί έχει μείνει κάτι αν έχει μείνει

Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.

Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω

Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων

Πικρών και ανεξήγητων θανάτων

Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.


Μανώλης Αναγνωστάκης

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Α. ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ... Στον ΠΑΛΑΜΑ


Στον Παλαμά


Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...

Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές

σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αγέρα!


Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!

Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε

ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,

κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,

ποιόν κλει, τί κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;

Μα συ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,

ήρως τη πήρε και την ύψωσε στ' αστέρια,

μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά

της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια


γιγάντιο φλάμπουρο κι επάνω από μας

που τον ύμνούμε με καρδιά αναμμένη,

πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: «Ο  Π α λ α μ ά ς!»,

ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη!


Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...

Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές

σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αγέρα!


Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!

Ένας λαός, σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...

κι ακέριος φλέγεται ως μες στ' άδυτο ο Ναός,

κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τόνε σκέπει.


Τί πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός

της αιωνιότητας, αστράφτει αυτή την ώρα.

Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός

την 'Αγια δέχονται ψυχή τη τροπαιοφόρα,


που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά

στη γην αυτή με μίαν ισόθεη Σκέψη,

τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο

με τους αθάνατους θεους για να χορέψει.


Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...

Βόγκα Παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές

της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αγέρα!


ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ


ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ



“Ακούστε, ακούστε με! Αν ετρέμανε

στην κούνια τα βυζασταρούδια,

εμένα με νανούρισαν,

των αντρειωμένων τα τραγούδια.

Εμέ, λεχώνα η μάνα μου,

... στην μπόρα τη μαρτιάτικη

που ‘χε τα ουράνια ανοίξει,

εσκώθη και με πήρε στην αγκάλη της

τον πρώτο κεραυνό για να μου δείξει!

Μάνα φωτιά με βύζαξες

κ’ είναι η καρδιά μου αστέρι;”



ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Από τον "Αλαφροϊσκιωτο"

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΪΣ ΜΠΟΡΧΕΣ


ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ


Ούτε σκοτάδι ούτε χάος

Στο σκοτάδι πρέπει να υπάρχουν μάτια

για να βλέπουν πως υπάρχει,

όπως και για τη σιωπή και για τον ήχο αυτιά,

όπως χρειάζεται ο καθρέφτης

τη μορφή που περιέχει.

 
Ούτε χώρος, ούτε χρόνος.

Ούτε καν κάποια θεότητα που να προνόησε

την αρχέγονη σιωπή της αρχικής νύχτας

του χρόνου, που θα είναι ο αέναος.

Το μεγάλο ποτάμι του Σκοτεινού Ηράκλειτου

δεν έχει αρχίσει την αμετάκλητη ροή του

που από το παρελθόν ξεχύνεται στο μέλλον,

που από τη λησμονιά κυλάει στη λησμονιά.


Κάτι που υποφέρει. Κάτι που ικετεύει.

Και ύστερα η Ιστορία του Κόσμου.

Τώρα.


Jorge Luis Borges

Jorge Luis Borges


ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΪΣ ΜΠΟΡΧΕΣ

«H ανθρωπότητα μ π ο ρ ε ί ασφαλώς να σ ω θ ε ί,

και ένας πιθανός τρόπος είναι να υιοθετήσει

ο καθένας μια Η θ ι κ ή στάση.

Mε άλλα λόγια, 
αν όλοι μας

α λ λ ά ξ ο υ μ ε το κομμάτι εκείνο του κόσμου

που μπορεί να ανανεωθεί, θα αλλάξει...

Άλλον τρόπο δεν ξέρω»



Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ Ο ΧΑΙΡΩΝΕΥΣ



ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ Ο ΧΑΙΡΩΝΕΥΣ:

“Η ευημερία υψώνει τις ψυχές που από φυσικού τους

είναι αδύνατες και μικρές, στο σημείο να τους δίνει,

όταν τις κοιτάξουμε απ' αυτό το ύψος

όπου τις τοποθέτησε η τύχη,

... έναν αέρα "μεγαλείου" και "αξιοπρέπειας". . .

Μα ο άνθρωπος, ο αληθινά μεγαλόψυχος και σταθερός,

λ ά μ π ε ι μέσα στις συμφορές και στις δυστυχίες,

με όλη του τη λάμψη”

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ - Οι συμφορές του δανεισμού


ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ (45-120 μΧ)


"Πράξη υπέρτατης αφροσύνης και μαλθακότητας,
 
 είναι ο δανεισμός

και γίνεται εργαλείο των κατακτητών.."


«Δεν θα έπρεπε να υπάρχει και για τα χρήματα νόμος,

που να απαγορεύει στους ανθρώπους

να δανείζονται από άλλους

και να καταφεύγουν σε ξένες πηγές,

αν πρώτα δεν εξετάσουν

τη δική τους περιουσία
 
και τις δικές τους δυνατότητες;»

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ - "Περί του μη δειν δανείζεσθαι"


ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ Ο ΧΑΙΡΩΝΕΥΣ:

«Εχεις;

Μη δανείζεσαι γιατί δεν σου λείπουν.

Δεν έχεις;

Μη δανείζεσαι γιατί δεν θα ξεπληρώσεις το χρέος σου»


... «Οι οφειλέτες είναι δούλοι όλων των δανειστών τους.

Είναι δούλοι δούλων αναιδών και βάρβαρων και βάναυσων».

Και οι δανειστές «Μετατρέπουν την αγορά σε κολαστήριο

για τους δύσμοιρους οφειλέτες, σαν όρνεα

τους κατακρεουργούν και τους κατασπαράζουν

βυθίζοντας το ράμφος στα σωθικά τους»



«Φύγε να γλυτώσεις από τον εχθρό και τύραννό σου,

τον δανειστή που θίγει την ελευθερία σου,

βάζει πωλητήριο στην αξιοπρέπειά σου

κι αν δεν του δίνεις, σε ενοχλεί

αν πουλήσεις, ρίχνει την τιμή

αν δεν πουλήσεις σε αναγκάζει

αν τον πας στο δικαστήριο προσπαθεί

να επηρεάσει την έκβαση της δίκης

αν του ορκίζεσαι σε προστάζει

αν κρατάς την πόρτα κλειστή

στήνεται στο κατώφλι και σου βροντά αδιάκοπα...»



από το Έργο: "Περί του μη δειν δανείζεσθαι "

- Οι συμφορές του δανεισμού

Μετάφραση: Παπαπάνου Πολυξένη

Εκδόσεις: Νεφέλη

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ - ΣΤΕΡΝΑ


 Σ Τ Ε Ρ Ν Α


Ε δ ώ, στο χώμα ρίζωσε μια σ τ έ ρ ν α

μονιά κρυφού νερού που θησαυρίζει.

Σ κ ε π ή της βήματα ηχερά. Τ' αστέρια

δε σμίγουν την καρδιά της. Κάθε μέρα

... πληθαίνει, ανοιγοκλεί, δεν την αγγίζει.


Ανοίγει ο πάνω κόσμος σα ριπίδι

και παίζει με το φύσημα του ανέμου,

μ' ένα ρυθμό που ξεψυχάει στο δείλι

φτεροκοπάει ανέλπιδα και σφύζει

στο σφύριγμα του πόνου του γραμμένου.


Στο πύργωμα του θόλου ανέλεης νύχτας

πατούνε οι έννοιες κι οι χαρές διαβαίνουν,

με το γοργό κροτάλισμα της μοίρας

πρόσωπα ανάβουν λάμπουν μια στιγμή

και σβήνουνται σ' ένα σκοτάδι εβένου.


Μορφές που φεύγουν! Ορμαθοί τα μάτια

κυλούν βαλμένα σ' ένα αυλάκι πίκρα

και της μεγάλης μ έ ρ α ς τα σημάδια

τις παίρνουν και τις φέρνουν πιο σιμά

στη μαύρη γης που δε γυρεύει λύτρα.

Στο χώμα γέρνει το κορμί του ανθρώπου


για ν' απομείνει η διψασμένη αγάπη

μαρμαρωμένο στ' ά γ γ ι γ μ α του χρόνου

το άγαλμα πέφτει γυμνό στον αδρό

κόρφο που το γλυκαίνει αγάλι-αγάλι.


Δάκρυα γυρεύει η δίψα της αγάπης

τα τριαντάφυλλα σκύβουν - η ψυχή μας -

στα φύλλα ακούγεται ο παλμός της πλάσης

το απόβραδο σιμώνει σα διαβάτης

ύστερα η νύχτα κι ύστερα το μνήμα ...


Μα εδώ στο χώμα ρίζωσε μια σ τ έ ρ ν α

κρυφή μονιά, ζεστή, που θησαυρίζει

κάθε κορμιού το βόγκο στον αγέρα

τη μ ά χ η με τη νύχτα με τη μέρα,

πληθαίνει ο κόσμος, πάει, δεν την αγγίζει.


Περνούνε οι ώρες, ήλιοι και φεγγάρια,

μα το ν ε ρ ό έχει δέσει σαν καθρέφτης•

η απαντοχή με τα ορθάνοιχτα μάτια

όταν βυθίσουν όλα τα πανιά

στην άκρη του πελάγου που τη θρέφει.


Μόνη, και στην καρδιά της τόσο πλήθος

μόνη, και στην καρδιά της τόσος μόχθος

και τόσος πόνος, στάλα-στάλα μόνος

τα δ ί χ τ υ α ρίχνοντας μακριά στον κόσμο

που ζει μ' ένα κυμάτισμα πικρό.

Σαν άνοιξε το κύμα απ' την αγκάλη


να 'τανε στην αγκάλη να τελειώσει

να 'τανε την αγάπη στ' ακρογιάλι

πριν σπάσει τη γραμμή του να μας δώσει

το κ ύ μ α ως έμεινε στην άμμο αφρός.


Μια ζεστασιά απλωμένη σαν προβιά,

ήμερη σαν το κοιμισμένο αγρίμι

που ξέφυγε ήσυχο το καρδιοχτύπι

και χτύπησε στον ύπνο να ζητήσει

το π ε ρ ι β ό λ ι όπου σταλάζει ασήμι.


Κι ένα κορμί κρυφό, βαθιά κ ρ α υ γ ή

βγαλμένη από το σπήλαιο του θανάτου,

σαν το νερό ζ ω η ρ ό μέσα στ' αυλάκι

σαν το νερό που λάμπει στο χορτάρι

μονάχο και μιλεί στις μαύρες ρίζες ...


Ω! πιο κοντά στη ρ ί ζ α της ζωής μας

από τη σκέψη μας κι από την έννοια!

Ω πιο κ ο ν τ ά από το σκληρό αδερφό μας

που μας κοιτάει με βλέφαρα κλεισμένα

κι από τη λόγχη ακόμα στο πλευρό μας!


Ω! ν' απαλύνει ξάφνω στην αφή μας

το δέρμα της σιωπής που μας στενεύει,

να λησμονήσουμε, θεοί, το κρίμα

που όλο πληθαίνει κι όλο μας βαραίνει,

να βγούμε από τη γνώση κι απ' την πείνα!

Μ α ζ ε ύ ο ν τ α ς τον πόνο της πληγής μας


να βγούμε από τον πόνο της πληγής μας,

μαζεύοντας την πίκρα του κορμιού μας

να β γ ο ύ μ ε από την πίκρα του κορμιού μας,

ρ ό δ α ν' α ν θ ί σ ο υ ν στο αίμα της πληγής μας.


Ό λ α να γίνουνε ξ α ν ά σαν πρώτα

στα δάχτυλα στα μάτια και στα χείλια,

ν' α φ ή σ ο υ μ ε τη γερασμένη αρρώστια

πουκάμισο που αφήσανε τα φίδια

κίτρινο μες στα πράσινα τριφύλλια.


Μεγάλη αγάπη κι άχραντη, γαλήνη!

Μέσα στη ζωντανή θέρμη ένα βράδυ

λύγισες ταπεινά, γυμνή καμπύλη,

λευκή φτερούγα πάνω απ' το κοπάδι

σαν απαλή στον κρόταφο παλάμη.


Το πέλαγο που σ' έφερε σε πήρε

πέρα στις λεμονιές τις ανθισμένες

τώρα που γλυκοξύπνησαν οι μοίρες

χίλιες μορφές με τρεις απλές ρυτίδες

στον επιτάφιο συνοδεία βαλμένες.


Σέρνουνε μοιρολόγια οι μυροφόρες

ν' ακολουθήσει η ε λ π ί δ α των ανθρώπων

στα μάτια σφηνωμένη με τις φλόγες

φωτίζοντας το χώμα το τυφλό

που ιδρώνει από της άνοιξης τον κόπο.

Φ λ ό γ ε ς του πέρα κόσμου, πυροφάνια


πάνω στην άνοιξη που σήμερα αναβλύζει,

ίσκιοι θλιμμένοι στα νεκρά στεφάνια

βήματα ... βήματα ... η αργή καμπάνα

μια σκοτεινή αλυσίδα ξετυλίγει -


"Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οι θεοί μας!.."

Τα μάρμαρα το ξ έ ρ ο υ ν που κοιτάζουν

σαν άσπρη χαραυγή πάνω στο θύμα

ξένα, γεμάτα βλέφαρα, συντρίμμια,

καθώς περνούν τα πλήθη του θανάτου.


.................................

.................................

.................................

.................................

.................................


Περάσανε μακριά, με τον καημό τους

ζεστό κοντά στα χαμηλά αγιοκέρια

που γράφανε στο σκυφτό μέτωπό τους

τη ζωή πασίχαρη στα μεσημέρια

όταν σβηστούν τα μάγια και τ' αστέρια.


Μα η νύχτα δεν πιστεύει στην αυγή

κι η αγάπη ζει το θάνατο να υφαίνει

έτσι, σαν την ε λ ε ύ θ ε ρ η ψυχή,

μια σ τ έ ρ ν α που διδάσκει τη σ ι γ ή

μέσα στην πολιτεία τη φ λ ο γ ι σ μ έ ν η.


Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ