Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Για Σένα --- v.allagianni(svarno)-a.stefopoulos

Video: ADRI6MOUNTAIN

Για Σένα

Για Σένα.. ξημερώνει αυτός ο κόσμος

Για Σένα.. ετοιμάζεται η θάλασσα

Για Σένα.. φτερουγίζουν τα πουλιά...

Χτυπιούνται οι σειρήνες μες στα βράχια


Ζαχαρωμένα λόγια και καλέσματα

μια στάλα αίμα στα φιλιά..



Θεοί που συναντήθηκαν

 και ποιός θα τους χωρίσει..

Αυτοί που αγαπήθηκαν

το Φως έχουν μυρίσει....


Στίχοι:
adri Στεφόπουλος

Μουσική:
Βάσω Αλλαγιάννη-svarno

Ερμηνεία: Λιζέττα Καλημέρη

Θεατρίνοι ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ

Video: fisainotias


ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ

Στήνουμε θέατρα και τα χαλούμε

όπου βρεθούμε κι όπου σταθούμε

στήνουμε θέατρα και σκηνικά,

αλλά η μοίρα μας πάντα νικά.

Και τα σαρώνει και μας σαρώνει

τους θεατρίνους, το θεατρώνη

υποβολέα και μουσικούς

στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς.


Σάρκες, λινάτσες, πέπλα, στολίδια,

στίχους, συστήματα και τα φτιασίδια

φτερά και πούπουλα και τις κραυγές

κι τα λιογέρματα και τις χαρές

ριγμένα ανάκατα μαζί μ' εμάς

πες μου πού πάμε; πες μου πού πας;

Κοίτα τα νεύρα μας γυμνά στο δέρμα

σαν τις λουρίδες ονάγρου ή ζέβρα


Γυμνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα

πότε μας γέννησαν; πότε μας θάψαν!

Και τεντωμένα σαν τις χορδές

κάποιας κιθάρας. Ξύπνα και δες


και την καρδιά μας σαν το σφουγγάρι,

στο δρόμο σέρνεται και στο παζάρι

πίνει το αίμα και τη χολή

και του τετράρχη και του ληστή.
 
 
Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης
 
 Μουσική, Ερμηνεία: Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης 
 
 Δίσκος: Όμορφοι και Ηττημένοι - 2010
 
 

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Σ ' ΑΓΑΠΩ-ΦΩΤΕΙΝΗ ΔΑΡΡΑ


Σ'ΑΓΑΠΩ


 Κλείσε τα μάτια μου

Μπορώ να σε κοιτάζω

Τ' αυτιά μου σφράγισ' τα

Να σ' ακούσω μπορώ..

Χωρίς τα πόδια μου 

 μπορώ να 'ρθω σ' εσένα

Και δίχως στόμα

 θα μπορώ να σε παρακαλώ



Σταμάτησέ μου την καρδιά

και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι

Και αν κάνεις το κεφάλι μου

 συντρίμμια στάχτη

Εγώ μέσα στο αίμα μου

 θα σ' έχω πάλι



Χωρίς τα χέρια μου 

 μπορώ να σε σφιχταγκαλιάσω

Σαν να 'χα χέρια όμοια καλά με την καρδιά


Σταμάτησέ μου την καρδιά

 και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι

Και αν κάνεις το κεφάλι μου

 συντρίμμια στάχτη

Εγώ μέσα στο αίμα μου 

 θα σ' έχω πάλι..


Ποίηση Ράινερ Μαρία Ρίλκε.

Μετάφρ.  Κωστή Παλαμά

Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου

Πρώτη εκτέλεση: Φωτεινή Δάρρα

ΑΠΟ ΤΟ ΩΡΟΛΟΓΙΟΝ.. του Rainer Maria Rilke


ΑΠΟ ΤΟ ΩΡΟΛΟΓΙΟΝ


Αν μόνο μια φορά το πάν απόλυτα σιωπούσε

Αν το τυχαίο και συμπτωματικό βουβαινόταν

Και το γέλιο το γειτονικό,

Αν ο θόρυβος των αισθήσεών μου ηρεμούσε,

Που τόσο μ’ εμποδίζει ν’ αγρυπνήσω.
 
 
με μια χιλιόμορφη σκέψη θα δυνόμουν ίσως

ως τα πέρατα σου να σε στοχαστώ

και ( μόνο όσο κρατά ένα χαμόγελο) να σε κρατήσω

σε κάθε ζωή για να σε χαρίσω

σαν ένα Ευχαριστώ..



Rainer Maria Rilke

Μετ. Αρης Δικταίος

Σονέτο.. του Rainer Maria Rilke


Σονέτο



Στη ζωή μου μέσα τρέμει δίχως παράπονο

κι αναστεναγμό, ένας πόνος σκοτεινός.

Το χιόνι των ονείρων μου, το κατάλευκο χιόνι,

είναι των σιωπηλών μου ημερών, ο αγιασμός.


Συχνότερα όμως προσπερνά το μέγα ρώτημα

το μονοπάτι μου -και νιώθω μικρός και προχωρώ

ανεπηρέαστος παραπέρα, κοντά στη λίμνη,

το άγριο κύμα της να μετρήσω δε τολμώ.
 

Και τότε πληθαίνει μέσα μου μια θλίψη θολή

σαν το γκριζωπό μιας νύχτας θερινής

που μόνον έν αστέρι τη φωτίζει, δω κι εκεί.


Τα χέρια μου γυρεύουνε αγάπη πιο σωστή

και με χαρά θα έλεγα μια προσευχή μονάχα,

που το καφτό μου στόμα δε μπορεί να βρει...



Rainer Maria Rilke


Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

Maria Farantouri: Ο Εφιάλτης της Περσεφόνης - The nightmare of Persephone


Ο Εφιάλτης της Περσεφόνης


Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα

κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο

τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα

και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.


Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς.

 
Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες

ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο

τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες

και το καινούργιο πάν να δουν διυλιστήριο.

 
Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς.

 
Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία

κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα

τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία

άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα.


Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς.


Στίχοι: Νίκος Γκάτσος

Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις

Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Την είπαν πεταλούδα....




Την είπαν πεταλούδα.

Μια πληγωμένη αλίμονο, πεταλούδα,

που έκαψε τα πανώρια και πλατιά φτερά της,

κυκλοφέρνοντας τον Ήλιο της Αγάπης.

Της Αγάπης για κάτι πιο αιώνιο

από την εφήμερη ομορφιά.

Της Αγάπης... της Ψυχής.



Μαρία Πολυδούρη

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

Της καλημέρας τα πουλιά__a.στεφόπουλος-κ.παρίσσης


  
ΤΗΣ ΚΑΛΗΜΕΡΑΣ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ


Τα πόδια στο κεφάλι μου και ποιος με κυνηγάει

Στην άκρη της ανάγκης μου μια θάλασσα γελάει

Μια πολιτεία έρημη κι ένα χωριό χαμένο

Αυτά που εγώ πεθύμησα, αυτά που περιμένω..


Να βγαίνει ο ήλιος το πρωί και να ναι πάντα ήλιος

Να ναι η σκέψη μου παιδί και η καρδιά μου κήπος

Να τρέχουν μέσα μου νερά σαν πάντα έτσι και τώρα

Της καλημέρας τα πουλιά να μου χαρίζουν δώρα..



Τα πόδια στο κεφάλι μου και η ψυχή στο στόμα

Καινούριο δρόμο τράβηξα, καινούριο βρήκα χώμα

Να σπείρω τις αγάπες μου να γίνουν όλες δέντρα

Να κρύβομαι στα φύλλα τους, να χω την τρέλα αφέντρα
 
 
adri Στεφόπουλος
Άνοιξη 2001  

ένας μικρός γλυκός παλιός Σεπτέμβρης


'Ενας μικρός γλυκός Σεπτέμβρης 

 
Ένας μικρός Σεπτέμβρης βάζει τα κλάμματα


που στο σχολειό τον πάνε να μάθει γράμματα

θέλει να παίξει ακόμα με τ'άστρα τ' ουρανού

πριν έρθουν πρωτοβρόχια και συννεφιές στο νου

πρωτάκι, σχολιαρούδι, του κλέβουν το τραγούδι,

του κλέβουν το τραγούδι...



Ένας γλυκός Σεπτέμβρης στάζει το μέλι του

σωστό παληκαράκι τρυγάει τ' αμπέλι του

στα Σπάτα λινοβάτης, στο Κορωπί γαμπρός

να τρέμουν τα κορίτσια στα βλέφαρά του μπρος

φυσάει ο απηλιώτης, ο ζέφυρος της νιότης

φυσάει ο απηλιώτης...



Ένας παλιός Σεπτέμβρης φίλος αχώριστος

καθώς περνούν τα χρόνια γίνεται αγνώριστος

το κόκκινο ραγίζει στα μήλα της Ροδιάς

κίτρινα πέφτουν φύλλα στον κήπο της καρδιάς

Η νύχτα μεγαλώνει, δίχτυα στο φως απλώνει,

η νύχτα μεγαλώνει...
 
 
 Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης
 
Μουσική Ερμηνεία: Παντελής Θαλασσινός 

Μάθε Παιδί μου..



Μάθε ΠΑΙΔΙ Μου...



Δεν είναι κέρδος...

το πλουμιστό περιτύλιγμα,

ενός κάλπικου δώρου,

που γρήγορα θα πεταχτεί...

ούτε ό,τι αντέχει μόνο

στης σκηνής τα φώτα

και χάνεται όταν η αυλαία πέφτει...

Τα επιφανειακά...

έχουν μικρό εκτόπισμα

και εύκολα επιπλέουν,

όταν η θάλασσα είναι ήρεμη

μα χάνονται... σαν σηκωθεί ό άνεμος 

και φτάσει η καταιγίδα.


Δεν είναι αξία σταθερή...

ό,τι στα φλας της δημοσιότητας λάμπει,

αλλάζουν συχνά οι διαθέσεις...

κι αυτό που διασκεδάζει το κοινό γρήγορα

μπούχτισμα, ανία και βαρεμάρα φέρνει...

και ο φακός άλλο ζητά... συγκίνηση να φέρει.

Ευχαρίστηση που δεν αφήνει ικανοποίηση..

για λίγο πάντα διαρκεί 

κι αφήνει αβάσταχτο κενό...

μες την καρδιά, όταν τελειώνει.



Μάθε παιδί μου...

να ψάχνεις την ΟΥΣΙΑ...

τα δένδρα που δίνουν καρπούς

έχουν τις ρίζες του βαθειές

και δεν φοβούνται το χιονιά..

που ξεγυμνώνει το φυλλωμά τους

την άνοιξη ξανά,

θα βγάλουν φύλλα κι άνθη

σαν απλωμένες αγκαλιές είν'τα κλαδιά

και δέχονται πουλιά και πεταλούδες!



Μάθε παιδί μου.. να ψάχνεις την ΟΥΣΙΑ

όπου κι αν κρύβεται.. όπου κι αν είναι..

και μη σταθείς ποτέ στην επιφάνεια

στης θάλασσας τα βάθη κρύβεται η ζωή..

 της ζούγκλας τις όμορφες σπηλιές 

διαλέγουν τα λιοντάρια

και στις απάτητες κορφές

φτιάχνουν τη φωλιά τους οι αετοί..


Στην αγκαλιά μιας μάνας.. κρύβεται  η αγάπη

μες στην καρδιά του τολμηρού

 τ'όνειρο ζεί.. για πάντα.

Μάθε παιδί μου στη Ζωή...

να ΖΕΙΣ για την ΟΥΣΙΑ.


Lunapiena

Η Λιμνοθάλασσά στο Μεσολόγγι


τάζησα κοντά στ’ ακρογιάλι,

στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,

στη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.

Και κάθε φορά που μπροστά μου

η πρωτάνθιστη ζωούλα προβάλλει,

και βλέπω τα ονείρατα κι’ ακούω τα μιλήματα

των πρώτων μου χρόνων κοντά στ’ ακρογιάλι,

στενάζει, καρδιά μου, το ίδιο αναστέναγμα:

Να ζούσα και πάλι

Στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,

στην θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.

Μια μάνα είν’ η μοίρα μου,

μια μάνα είν’ η χάρη μου, δεν γνώρισα κι άλλη:

Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη

και σαν ωκεανός ανοιχτή και μεγάλη.

Και να! μες τον ύπνο μου την έφερε τόνειρο

κοντά μου και πάλι τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,

τη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.

Κι εμέ, τρισαλίμονο, μια πίκρα με πίκρανε,

μια πίκρα μεγάλη,

και δε μου τη γλύκαινες, πανώριο ξαγνάντεμα

της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι.

Ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου

και ποια ανεμοζάλη,

που δεν μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες,

πανώριο ξαγνάντεμα, κοντά στ’ ακρογιάλι,

Μια πίκρα είν’ αμίλητη, μια πίκρα είν’ ανεξήγητη,

μια πίκρα μεγάλη,

η πίκρα που είν’ άσβηστη

και μες τον παράδεισο των πρώτων μας χρόνων

κοντά στ’ ακρογιάλι.



Κωστής Παλαμάς

(Καημοί της Λιμνοθάλασσας)

 
life's pictures without ending...: Lake Mesologgi - Η Λιμνοθάλασσά στο Μεσολόγ

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

Ερωτικός Λόγος.. του Γ. Σεφέρη

"Ερωτικός Λόγος" του Γιώργου Σεφέρη
Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
 όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω, 
 μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν. 
 ΠΙΝΔΑΡΟΣ

Α'
 Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις 
 μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
 κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις 
 κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί. 

 Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση 
 από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός 
 η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει 
 ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.

Β' 
 Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια  
 η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό. 
 Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια.
 Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό 
 ξεκίνημά της... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα 
 το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί... 

 Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα 
 να 'σουν εσύ που θα 'φερνες την ξεχασμένη αυγή! 

 Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα 
 μέρες ν' ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ' ουρανού, 
 να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα 
 αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού... 

 Η νύχτα να 'ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη, 
 σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό, 
 μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι 
 κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό. 

 Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες 
 την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός 
 να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες 
 και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως. 

Γ' 
 Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
 Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής 
 σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα 
 το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς 
 τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη 
 κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς 
 και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη 
 από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς. 

 Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο 
 που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί. 
 Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο 
 το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή: 

 "Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο 
 κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει 
 χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο 
 κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι. 

 Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα 
 ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια 
 με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα 
 ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια. 

 Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος 
 μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος 
 μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος 
 ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος. 

 Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση 
 σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου 
 να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση 
 που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου..." 

 Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη 
 κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού. 
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι 
 βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού. 

 Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει 
 μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς 
 μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει 
 και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς...

Δ' 
 Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια 
 σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών, 
 για μιαν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια 
 ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων. 

 Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη 
 κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί 
 που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι 
 και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή. 

 Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι 
 κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές 
 αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη 
 προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές... 

 Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει 
 στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή. 
 Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση 
 μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή. 

 Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια 
 (Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς) 
 μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια 
 του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς. 

 Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει; 
 Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να 'ναι για μας πλωτός; 
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει 
 για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός; 

 Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα 
 που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά 
 προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα 
 την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά 
 τριαντάφυλλα. Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας, 
 μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός 
 ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας 
 τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός. 

 Αθήνα, Οχτώβρης '29 - Δεκέμβρης '30 
 (από την έκδοση "Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα", Ίκαρος, 1989)